Σε μια βαθιά εξομολογητική και ουσιαστική συνέντευξη, η φιλόλογος, βιβλιοθηκονόμος και συγγραφέας Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου μιλά για τη διαδρομή της στην εκπαίδευση, τη δημιουργική γραφή και την ποίηση. Με αφορμή το πλούσιο συγγραφικό και διδακτικό της έργο, καταθέτει τη δική της οπτική για τη σχέση εκπαιδευτικού και μαθητή, τον ρόλο της λογοτεχνίας στα σχολεία, αλλά και τη θεραπευτική δύναμη της γραφής απέναντι στη μοναξιά και τις ψυχικές ρωγμές. Παράλληλα, αναφέρεται στη σύνδεσή της με τη λαογραφία, την τοπική ιστορία και τις λογοτεχνικές φωνές της Μεσσηνίας, προσφέροντας έναν πολύτιμο αναστοχασμό πάνω στην τέχνη του λόγου.
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη στην farenews και στην Αfize Gjikondi
– Πώς θα συστηνόσασταν σε κάποιον που σας γνωρίζει για πρώτη φορά μέσα από το έργο σας;
Θα συστηνόμουν απλά ως ένας άνθρωπος, μια γυναίκα που αγαπά τα παιδιά και τις λέξεις – και, πάνω απ’ όλα, εκείνους που είναι πιο ευάλωτοι: τα παιδιά, αλλά και τις λέξεις που συχνά δυσκολεύονται να βρουν τη φωνή τους. Δεν θα ξεκινούσα συστήνοντας τον εαυτό μου ως συγγραφέα, ποιήτρια ή ακόμη και ως φιλόλογο. Οι ιδιότητες αυτές υπάρχουν στη διαδρομή μου, αλλά δεν είναι αυτό που θα επέλεγα να πω πρώτο για μένα. Εξάλλου, στα σχολεία όπου δίδαξα, οι συνάδελφοι με φώναζαν «η μη φιλόλογος».
Ίσως γιατί πάντοτε με ενδιέφερε περισσότερο να συναντώ τον άνθρωπο πίσω από τον μαθητή και τη μαθήτρια, να ακούω τη φωνή τους και να καταλαβαίνω όσα δεν λέγονται εύκολα. Θέλω να νιώθω νέους ανθρώπους γύρω μου – μικρά παιδιά και εφήβους. Και όσο πιο «δύσκολα» θεωρούνται, τόσο περισσότερο με προκαλούν να τα πλησιάσω. Ο τρόπος που κρατούν το μολύβι, οι αντιδράσεις τους, οι σχέσεις που δημιουργούν, οι σιωπές τους· όλα αυτά, για μένα, είναι η ίδια η ζωή.
Κι αν κάτι από όλα αυτά αποτυπώνεται στα κείμενά μου, είναι ίσως το αμετάφραστο υπόλοιπο αυτής της αγάπης. Μια αγάπη που, νομίζω, αποτυπώνεται με τον πιο ουσιαστικό τρόπο στο βιβλίο Σχολικές ποιητικές διαδρομές: Μια κυψέλη όλο μέλισσες και μέλι (Εκδόσεις 24Γράμματα, 2024), το οποίο συνέγραψα με τη Νίκη Μισαηλίδη.
Γιατί, τελικά, αυτό που μένει από την εκπαίδευση δεν είναι μόνο όσα διδάξαμε, αλλά κυρίως όσα αισθανθήκαμε, όσα παρατηρήσαμε και όσα καταφέραμε να μοιραστούμε με τα παιδιά και τους εφήβους.
– Τι σας οδήγησε αρχικά στη φιλολογία και στη συνέχεια στη δημιουργική γραφή;
Στη φιλολογία με οδήγησε η αγάπη μου για τα βιβλία και, ιδιαίτερα, για την ποίηση. Η ανάγνωση ήταν για μένα μια όαση, ένας τρόπος να απομακρύνομαι, έστω για λίγο, από τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα στο σπίτι και να βρίσκω έναν δικό μου χώρο ελευθερίας.
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα από τις πανεπιστημιακές μου σπουδές στη Φιλολογία. Αντίθετα, η Βιβλιοθηκονομία με κέρδισε πολύ περισσότερο· με γοήτευσε ο κόσμος του βιβλίου, της γνώσης, της αναζήτησης και της οργάνωσης της πληροφορίας.
Μέσα στη φιλολογική μου διαδρομή, όμως, υπήρξαν στιγμές που δεν τις ξεχνώ. Ήταν οι στιγμές όπου ένας δάσκαλος ή ένα μάθημα κατάφερνε να ξεπεράσει τα όρια του πανεπιστημιακού προγράμματος και να γίνει πραγματική εμπειρία. Ανάμεσα στα αγαπημένα μου μαθήματα ήταν η Βυζαντινή Φιλολογία και η Ελληνική Παλαιογραφία με τον Αθανάσιο Κομίνη και, βέβαια, τα μαθήματα με τον Δημήτρη Λιαντίνη. Εκεί ένιωθα ότι η διδασκαλία δεν ήταν απλώς μετάδοση γνώσης, αλλά μια συνάντηση με τη σκέψη, την ποίηση και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Όσο για τη δημιουργική γραφή, δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή που αποφάσισα να στραφώ προς αυτήν. Ο τίτλος «Δημιουργική Γραφή με κατεύθυνση την Εκπαίδευση» μου έκανε αμέσως ένα μεγάλο «κλικ». Ένιωσα ότι μέσα από αυτές τις σπουδές θα μπορούσα να προσφέρω πολλά, όχι μόνο στους μαθητές και στις μαθήτριες αλλά και στους εκπαιδευτικούς.
Και τελικά, οι ίδιες οι σπουδές με κέρδισαν. Οι άνθρωποι που συνάντησα και ιδιαίτερα οι δάσκαλοι-συγγραφείς – ο Τίτος Πατρίκιος, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Μισέλ Φάις – ήταν για μένα συνάντηση ζωής. Η δημιουργική γραφή έγινε πρώτα μια ανακάλυψη, ύστερα μια ανάγκη και, τελικά, ένας έρωτας.
Όταν ήρθε η στιγμή να επιλέξω θέμα για την πτυχιακή μου εργασία, ήμουν τυχερή γιατί εκείνη την περίοδο ερωτεύτηκα τη γραφή του δασκάλου μου Γιώργου Παναγιωτίδη. Με γοήτευσε ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζει την ποιητικότητα της γλώσσας με το ταξίδι, τον χρόνο, το όνειρο, τον έρωτα, τη φθορά και τον θάνατο. Έτσι, επέλεξα να ασχοληθώ με δύο έργα του, την ποιητική συλλογή Δι’ οδών και το μυθιστόρημα Ερώτων κι Αοράτων.
Η μελέτη αυτή δεν έμεινε για μένα μια απλή πανεπιστημιακή υποχρέωση. Έγινε ένα προσωπικό ταξίδι μέσα στη γραφή του Παναγιωτίδη και, τελικά, εξελίχθηκε στο βιβλίο μου Ο διερωτών των αοράτων οδών, που κυκλοφόρησε το 2019 από τις Εκδόσεις Γραφομηχανή. Ίσως αυτό είναι και το πιο όμορφο που μπορεί να συμβεί με ένα βιβλίο: να ξεκινάς για να το μελετήσεις και, στην πορεία, να ανακαλύπτεις ότι εκείνο σε έχει οδηγήσει σε ένα δικό σου ταξίδι.
-Πώς συνδυάζεται για εσάς ο ρόλος της φιλολόγου με εκείνον της συγγραφέα και κριτικού;
Θεωρώ ότι αυτοί οι ρόλοι όχι μόνο συνδυάζονται, αλλά συνομιλούν διαρκώς μεταξύ τους. Τώρα που είμαι συνταξιούχος, προσπαθώ να ακολουθώ και μια προτροπή του Θανάση Βαλτινού: «Ξυπνάς το πρωί, κάθεσαι στο γραφείο σου στις 8:00 και σηκώνεσαι στις 2:00 ή στις 3:00 το μεσημέρι». Μου αρέσει αυτή η ιδέα της πειθαρχίας απέναντι στη γραφή, γιατί η έμπνευση από μόνη της δεν αρκεί.
Ωστόσο, δεν θα όριζα ποτέ τον εαυτό μου ούτε ως «κριτικό» ούτε ως «συγγραφέα». Αισθάνομαι περισσότερο ως μια επίμονη αναγνώστρια που χάνεται στις σελίδες των βιβλίων.
Όταν παίρνω ένα βιβλίο στα χέρια μου, έχω δύο τρόπους να το προσεγγίζω. Στην πρώτη ανάγνωση δεν κρατώ καμία σημείωση. Αφήνομαι στο βιβλίο, στη συγκίνηση, στις εικόνες και στις λέξεις του. Στη δεύτερη ανάγνωση αλλάζει η ματιά μου. Προσέχω τη δομή, τη γλώσσα και τις επιλογές του συγγραφέα, αλλά κυρίως αναρωτιέμαι αν και πώς αυτό το βιβλίο μπορεί να φτάσει στα παιδιά και στους εφήβους.
Με αυτό το σκεπτικό, μαζί με τη φίλη και συγγραφέα Νίκη Μισαηλίδη, δημιουργήσαμε το βιβλίο Αυτοτελές λογοτεχνικό έργο – Σκηνοθετώντας τη λογοτεχνία: Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου για Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο, που κυκλοφόρησε το 2026 από τις Εκδόσεις 24Γράμματα. Η κοινή μας αφετηρία ήταν η βαθιά πίστη ότι η λογοτεχνία δεν είναι απλώς ένα μάθημα. Είναι ζωντανή ανάσα, έμπνευση, συντροφιά και ένας δρόμος προς την αυτογνωσία.
Θέλαμε να προσφέρουμε στον εκπαιδευτικό όχι έτοιμες απαντήσεις, αλλά αφορμές για να κάνει την τάξη έναν χώρο αναζήτησης, δημιουργίας και συγκίνησης. Έναν χώρο όπου τα παιδιά δεν θα διαβάζουν απλώς ένα λογοτεχνικό έργο, αλλά θα συνομιλούν μαζί του, θα θέτουν ερωτήματα, θα δημιουργούν και θα ανακαλύπτουν τη δική τους φωνή.
Χαίρομαι ιδιαίτερα που μέσα στις επιλογές μας συμπεριλάβαμε έργα δύο αγαπημένων μου Μεσσήνιων δημιουργών, της Σοφίας Φίλντιση και της Γιώτας Αργυροπούλου. Η επιλογή τους έχει για μένα ιδιαίτερη σημασία, γιατί πιστεύω ότι αξίζει να φέρνουμε τα παιδιά σε επαφή όχι μόνο με τη μεγάλη και καθιερωμένη λογοτεχνία, αλλά και με σημαντικές φωνές του τόπου μας και της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας. Η Μεσσηνία έχει τη δική της λογοτεχνική μνήμη και τις δικές της ξεχωριστές φωνές, και θεωρώ σημαντικό τα παιδιά να τις γνωρίζουν.
–Η δημιουργική γραφή στην Ελλάδα σήμερα: θεωρείτε ότι έχει τη θέση που της αξίζει στην εκπαίδευση;
Έχουν γίνει αρκετές θετικές αλλαγές τα τελευταία χρόνια και η δημιουργική γραφή έχει καταφέρει πλέον να εισχωρήσει, με διάφορους τρόπους, στη σχολική διδασκαλία. Ωστόσο, πιστεύω ότι δεν έχει ακόμη κατακτήσει τη θέση που πραγματικά της αξίζει.
Ένα παιδί, για να μπορέσει να κατανοήσει ουσιαστικά ένα κείμενο ή ένα βιβλίο, χρειάζεται κάποια στιγμή να δοκιμάσει να γίνει και το ίδιο δημιουργός. Να γράψει, να πειραματιστεί με τις λέξεις, να επινοήσει έναν ήρωα, να αλλάξει το τέλος μιας ιστορίας, να γράψει ένα ποίημα, να αποτύχει και να ξαναπροσπαθήσει. Μόνο τότε μπορεί να καταλάβει από μέσα τι σημαίνει να γράφεις και να διαβάσει με διαφορετικό βλέμμα αυτό που έγραψε ένας άλλος.
Η δημιουργική γραφή δεν είναι μια ευχάριστη «παρένθεση» μέσα στο σχολικό πρόγραμμα. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος να διδάξουμε τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Το παιδί γίνεται ενεργός αναγνώστης, αλλά και ενεργός δημιουργός. Μαθαίνει να παρατηρεί, να ακούει, να επιλέγει, να συνδέει, να αμφισβητεί και τελικά να εκφράζει τη δική του φωνή.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πολύ σημαντικό: στη δημιουργική γραφή δεν χρειάζεται όλα τα παιδιά να γράψουν «σωστά» ή «όμορφα». Χρειάζεται να τολμήσουν να γράψουν. Γιατί πολλές φορές το παιδί που δυσκολεύεται περισσότερο στο μάθημα της γλώσσας είναι εκείνο που, όταν του δοθεί ένας διαφορετικός δρόμος, μπορεί να μας εκπλήξει.
Μεγάλη τιμή ήταν για μένα και η συνεργασία μου με τη Μαρία Ξέστερνου και όλη τη συγγραφική ομάδα για τη συγγραφή των σχολικών εγχειριδίων Λογοτεχνίας των τριών τάξεων του Γυμνασίου, όπου η δημιουργική γραφή έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
– Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση όταν διδάσκετε δημιουργική γραφή σε ενήλικες ή μαθητές;
Η μεγαλύτερη πρόκληση – αλλά ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη ανταμοιβή – είναι να τους βοηθήσεις να ξεπεράσουν τον φόβο της λευκής σελίδας και, κυρίως, τον φόβο ότι «δεν ξέρω να γράφω».
Πολλοί άνθρωποι έχουν μέσα τους μια λογοκρισία που τους λέει ότι δεν είναι αρκετά καλοί, ότι δεν έχουν φαντασία ή ότι αυτό που θα γράψουν δεν θα είναι «σωστό». Η δική μου δουλειά ως εμψυχώτρια είναι να τους πείσω ότι στη δημιουργική γραφή δεν υπάρχει από την αρχή το «σωστό» και το «λάθος». Υπάρχει η δοκιμή, το παιχνίδι, η ανακάλυψη, η αποτυχία και η δεύτερη προσπάθεια.
Και τότε έρχεται η στιγμή που για μένα αξίζει όσο όλα τα σεμινάρια και όλες οι θεωρίες μαζί: τα ίδια τα γραπτά τους. Η λάμψη στα μάτια τους όταν διαβάζουν αυτό που έγραψαν και συνειδητοποιούν ότι κάτι δικό τους πήρε μορφή πάνω στο χαρτί. Και, ακόμη περισσότερο, εκείνη η φράση που έχω ακούσει πολλές φορές και δεν την ξεχνώ ποτέ: «Εγώ το έγραψα αυτό!»
Εκείνη τη στιγμή δεν έχει σημασία αν το κείμενο είναι τέλειο. Σημασία έχει ότι ένας άνθρωπος ανακάλυψε πως μπορεί να δημιουργήσει.
–Από την εμπειρία σας ως σχολική σύμβουλος φιλολόγων, τι σας έχει μείνει πιο έντονα;
Αυτό που μου έχει μείνει πιο έντονα χαραγμένο είναι οι άνθρωποι και, πάνω απ’ όλα, η ουσιαστική επικοινωνία που αναπτύχθηκε με τους συναδέλφους εκπαιδευτικούς. Θυμάμαι τις συζητήσεις μας, τις αγωνίες τους, τις αγωνίες των σχολείων τους, αλλά και τη ζεστασιά με την οποία με υποδέχονταν.
Οι εκπαιδευτικοί εκείνης της περιόδου βίωναν διαρκείς αλλαγές, συχνά χωρίς τον απαραίτητο χρόνο για να τις αφομοιώσουν, και ένιωθαν έντονα την πίεση της καθημερινότητας στο σχολείο. Είχαν ανάγκη όχι μόνο από οδηγίες και επιστημονική υποστήριξη, αλλά κυρίως από έναν άνθρωπο που θα τους άκουγε. Και αυτό προσπάθησα να είμαι: πρώτα απ’ όλα, ένας άνθρωπος που ακούει.
Ίσως αυτό είναι και το σημαντικότερο μάθημα που μου άφησε εκείνη η θητεία: ότι στην εκπαίδευση, όσο σημαντική κι αν είναι η γνώση, ακόμη σημαντικότερη είναι η σχέση. Η εμπιστοσύνη, η επικοινωνία, η αίσθηση ότι δεν είσαι μόνος απέναντι στις δυσκολίες.
-Πώς προσεγγίζετε τη συγγραφή ποιητικών συλλογών; Ξεκινάτε από εικόνα, συναίσθημα ή ιδέα;
Και από τα τρία, αλλά η αφετηρία είναι συνήθως το συναίσθημα. Ένα συναίσθημα που μπορεί να ξυπνήσει ξαφνικά από μια εικόνα, ένα χάδι, μια μυρωδιά, μια μνήμη, μια λέξη ή ένα γεγονός. Μπορεί να είναι κάτι πολύ προσωπικό, αλλά μπορεί εξίσου να είναι μια εικόνα από τον κόσμο γύρω μας – ένας πόλεμος, μια φωτιά, μια απώλεια, ένας άνθρωπος που ξεριζώνεται από τον τόπο του. Υπάρχουν εικόνες που δεν μπορώ απλώς να προσπεράσω.
Αν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά τη γραφή μου, θα διαπιστώσει ότι επιστρέφω συχνά σε κάποιες σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης: την ψυχική ευαλωτότητα, την τρέλα, τον θάνατο, την απώλεια, τη μοναξιά, αλλά και στους ανθρώπους που βρίσκονται με κάποιον τρόπο στο περιθώριο ή σε μια ευάλωτη θέση.
Δεν γράφω γι’ αυτά επειδή αναζητώ το σκοτάδι. Αντίθετα, ίσως γράφω επειδή πιστεύω ότι ακόμη και μέσα στο πιο σκοτεινό σημείο υπάρχει ένας άνθρωπος που ζητά να τον δούμε. Η ποίηση, για μένα, είναι ένας τρόπος να σταθώ απέναντι σε αυτόν τον άνθρωπο χωρίς να τον κρίνω.
Κάτι με αγγίζει και επιμένει μέσα μου. Κι όταν επιμένει, κάποια στιγμή ζητά να γίνει λέξη. Δεν ξεκινώ συνήθως με την πρόθεση «θα γράψω ένα ποίημα». Ξεκινώ από κάτι που δεν με αφήνει ήσυχη. Μια εικόνα, μια σκέψη, μια απουσία, μια πληγή. Και πολλές φορές το ποίημα ξέρει τον δρόμο του καλύτερα από εμένα.
Ίσως, τελικά, αυτό που με οδηγεί στη γραφή είναι η ανάγκη να δώσω φωνή σε όσα δύσκολα λέγονται και να κρατήσω μέσα στις λέξεις ανθρώπους και καταστάσεις που κινδυνεύουν να μείνουν αθέατοι.
-Υπάρχει κάποιος συγγραφέας ή ποιητής που σας έχει επηρεάσει καθοριστικά;
Οι αγαπημένοι μου ποιητές, εκείνοι που μιλούν πάντα στην καρδιά μου, είναι κυρίως οι «καταραμένοι» ποιητές: ο Κώστας Καρυωτάκης, η Μαρία Πολυδούρη, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου και ο Ρώμος Φιλύρας, αλλά και οι ξεχωριστοί για μένα Μίλτος Σαχτούρης και Γιάννης Ρίτσος.
Από την παγκόσμια ποίηση αγαπώ ιδιαίτερα την Έμιλι Ντίκινσον, τον ΡομπέρΝτεσνός, τον Σαρλ Μπωντλαίρ, τον Πωλ Ελυάρ και τον Έντγκαρ Άλαν Πόε.
Ίσως δεν είναι τυχαίο που επιστρέφω τόσο συχνά σε αυτούς τους ποιητές. Με συγκινούν οι φωνές που δεν φοβούνται να κοιτάξουν κατάματα το σκοτάδι, τον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την τρέλα, τον θάνατο. Με ενδιαφέρει ο ποιητής που δεν προσπαθεί να κρύψει τις ρωγμές του, αλλά τις μετατρέπει σε λόγο.
Και ίσως αυτό είναι που αναζητώ και στη δική μου γραφή: όχι την τελειότητα, αλλά την αλήθεια μιας ρωγμής.
-Ποια είναι η σχέση σας με τη λαογραφία, την τοπική ιστορία και την Καλαμάτα;
Η λαογραφία με ενδιαφέρει γιατί πίσω από τα έθιμα, τις παραδόσεις, τις αφηγήσεις, τα τραγούδια και τις καθημερινές πρακτικές βλέπω πάντα τον άνθρωπο. Δεν τη βλέπω ως μια συλλογή στοιχείων ενός παρελθόντος που έχει τελειώσει, αλλά ως έναν ζωντανό τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θυμούνται, αγαπούν, πενθούν, γιορτάζουν και μεταδίδουν την εμπειρία τους από τη μια γενιά στην άλλη.
Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η μικρή ιστορία των ανθρώπων, οι φωνές που κινδυνεύουν να χαθούν, οι λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι παλιότεροι, οι ιστορίες που μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα. Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος μέσα σε αυτά, ένας κόσμος που πολλές φορές δεν καταγράφεται στην επίσημη ιστορία.
Η Καλαμάτα είναι ένας τόπος με έντονο ιστορικό και πολιτισμικό αποτύπωμα, με ανθρώπους, αφηγήσεις, απώλειες, αλλαγές και μικρές ιστορίες που αξίζει να διασωθούν. Δεν ξέρω αν θα έλεγα ότι καθορίζει τη θεματολογία μου. Σίγουρα, όμως, είναι ένας τόπος που συνομιλεί μαζί μου.
Πολλές φορές η γραφή ξεκινά ακριβώς από έναν τόπο: από μια εικόνα, έναν δρόμο, μια μυρωδιά, μια παλιά ιστορία που άκουσα και δεν κατάφερα να ξεχάσω.
-Ποιο από τα έργα σας θεωρείτε πιο προσωπικό και τι θα θέλατε να μείνει σε έναν αναγνώστη μετά την επαφή του με το έργο σας;
Όλα τα έργα μου είναι παιδιά μου. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο ως περισσότερο ή λιγότερο προσωπικό, γιατί σε κάθε κείμενο υπάρχει ένα κομμάτι από τη ζωή μου, από τις σκέψεις μου, από όσα αγάπησα, όσα έχασα και όσα με σημάδεψαν.
Και ίσως γι’ αυτό όλα κουβαλούν μέσα τους μια απεριόριστη θλίψη και μια βαθιά μοναξιά. Όχι, όμως, μια μοναξιά που θέλω να την κρύψω. Είναι η μοναξιά που με οδηγεί στη γραφή. Εκεί όπου ο άνθρωπος μένει μόνος με τον εαυτό του, με τις μνήμες του, με τις απώλειές του, αλλά και με όσα εξακολουθεί να ελπίζει.
Κάθε βιβλίο μου είναι, με έναν τρόπο, μια προσπάθεια να μετατρέψω αυτή τη μοναξιά σε επικοινωνία. Αυτό που ξεκινά ως κάτι βαθιά προσωπικό, τη στιγμή που γίνεται λέξη και φτάνει στον αναγνώστη, παύει να μου ανήκει αποκλειστικά. Γίνεται και δικό του.
Δεν θα ήθελα να του υποδείξω τι πρέπει να νιώσει ή τι πρέπει να κρατήσει. Κάθε αναγνώστης και αναγνώστρια συναντά ένα βιβλίο με τη δική του ζωή, τις δικές του μνήμες και τις δικές του πληγές. Δεν διαβάζουμε ποτέ όλοι το ίδιο βιβλίο, ακόμη κι αν κρατάμε στα χέρια μας το ίδιο αντίτυπο.
Θέλω μόνο να του αφήσω έναν χώρο ελεύθερο, ώστε να συναντήσει μέσα στις λέξεις κάτι δικό του. Κι αν, κλείνοντας το βιβλίο, μείνει μέσα του έστω μια εικόνα, μια λέξη, ένα συναίσθημα ή μια μικρή ανησυχία, τότε αυτό μου αρκεί.
Ίσως η λογοτεχνία να μην χρειάζεται πάντα να εξηγείται. Μερικές φορές χρειάζεται απλώς να περιμένει. Και ίσως τελικά αυτό να είναι και το παράδοξο της γραφής: γράφουμε από τη μοναξιά μας για να συναντήσουμε έναν άλλον άνθρωπο.
Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα
Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος, με μεταπτυχιακές ειδικεύσεις στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και στη Δημιουργική Γραφή (κατεύθυνση Εκπαίδευση). Έχει υπηρετήσει ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Αχαΐας, ενώ έχει διδάξει αντικείμενα όπως η δημιουργική γραφή, η λαογραφία, η τοπική ιστορία και η οργάνωση βιβλιοθηκών σε Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων.
Σήμερα, διατελεί Οργανωτική Γραμματέας του Συνδέσμου Φιλολόγων Καλαμάτας και συνεργάζεται στενά με τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Καλαμάτας στον σχεδιασμό και την υλοποίηση προγραμμάτων δημιουργικής γραφής (ποίηση και μικροαφήγηση). Παράλληλα, αρθρογραφεί συστηματικά και δημοσιεύει κριτικές σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Προφίλ στη Biblionet: Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου
Εργογραφία
Διδακτικά Εγχειρίδια & Μελέτες:
- 2026: Νεοελληνική Λογοτεχνία Α΄, Β΄ και Γ΄ Γυμνασίου (Βιβλία Μαθητή/μαθήτριας), εκδόσεις 24 Γράμματα, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων (ΙΤΥΕ) «Διόφαντος» (Συλλογικά έργα).
- 2026: Σκηνοθετώντας τη λογοτεχνία: Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου για το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο, εκδόσεις 24 Γράμματα (σε συνεργασία με τη Ν. Μισαηλίδη).
- 2019: Ο διερωτών των αοράτων οδών, κριτική μελέτη για το έργο του Γιώργου Παναγιωτίδη, εκδόσεις Γραφομηχανή.
Λογοτεχνικό Έργο:
- 2024: Αποστάτες Άγγελοι, ποιητική συλλογή, εκδόσεις Κουκκίδα.
- 2024: Σχολικές ποιητικές διαδρομές – Μια κυψέλη όλο μέλισσες και μέλι, ποιητική συλλογή, εκδόσεις 24 Γράμματα (σε συνεργασία με τη Ν. Μισαηλίδη).
- 2023: Σταγόνες στίχοι, ποιητική συλλογή, εκδόσεις Λεξίτυπον (σε συνεργασία με την Ελ. Κοφτερού).