Η Αυτοδιοίκηση δεν ζητά ελεημοσύνη! – Η Καλαμάτα φιλοξενεί ένα συνέδριο με μεγάλες ευθύνες και ακόμη μεγαλύτερα ερωτήματα

Το συνέδριο της ΚΕΔΕ στην Καλαμάτα δεν πρέπει να είναι άλλη μία θεσμική συνάντηση με διαπιστώσεις και ευχολόγια. Είναι μια ευκαιρία να τεθεί επιτέλους το πραγματικό ερώτημα: θέλουμε Δήμους με ουσιαστική αυτονομία ή Δήμους που θα εξακολουθούν να εξαρτώνται οικονομικά και διοικητικά από την κεντρική εξουσία;

FARENEWS.GR: ΑΡΘΡΟ ΓΝΩΜΗΣ / ΑΠΟΨΗ / ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Tου Λεωνίδα Λιάππα

Την προσεχή Πέμπτη, η Καλαμάτα θα φιλοξενήσει το συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), σε μια περίοδο κατά την οποία η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον της. Η χρηματοδότηση των Δήμων, η μεταφορά αρμοδιοτήτων, η υποστελέχωση των υπηρεσιών, το αυξανόμενο λειτουργικό κόστος και η ανάγκη ουσιαστικής αποκέντρωσης δεν είναι απλώς θέματα μιας συνεδριακής ατζέντας. Είναι προβλήματα που επηρεάζουν καθημερινά την ποιότητα ζωής των πολιτών.

Ως πρώην δημοτικός σύμβουλος Καλαμάτας, έχοντας ζήσει από κοντά τις δυνατότητες αλλά και τους περιορισμούς της αυτοδιοικητικής λειτουργίας, θεωρώ ότι το συνέδριο αυτό πρέπει να αποτελέσει κάτι περισσότερο από μια ανταλλαγή απόψεων και μια σειρά τοποθετήσεων. Πρέπει να γίνει αφορμή για μια ειλικρινή συζήτηση, με συγκεκριμένες θέσεις, διεκδικήσεις και δεσμεύσεις.

Γιατί το μεγάλο ερώτημα παραμένει: πόσο αυτοδιοίκητος μπορεί να είναι ένας Δήμος όταν για να ανταποκριθεί στις βασικές του υποχρεώσεις πρέπει διαρκώς να περιμένει την οικονομική ενίσχυση, την έγκριση ή την πολιτική βούληση της κεντρικής κυβέρνησης;

Δήμοι με ευθύνες μεγάλων οργανισμών και χρηματοδότηση μικρών υπηρεσιών

Η ελληνική Πολιτεία έχει διαχρονικά επιλέξει να μεταφέρει στους Δήμους ολοένα και περισσότερες αρμοδιότητες, χωρίς όμως να διασφαλίζει τους αντίστοιχους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους.

Αυτό δεν είναι αποκέντρωση. Είναι μεταφορά ευθύνης χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία για την άσκησή της.

Οι Δήμοι καλούνται να διαχειριστούν την καθαριότητα, το πράσινο, τις σχολικές υποδομές, την κοινωνική πολιτική, την πολιτική προστασία, την αντιμετώπιση των αδέσποτων ζώων, τη συντήρηση των δημοτικών εγκαταστάσεων και ένα διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο υποχρεώσεων. Την ίδια στιγμή, το κόστος λειτουργίας αυξάνεται, οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται και οι υπηρεσίες παραμένουν υποστελεχωμένες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η ΚΕΔΕ, το πραγματικό κόστος λειτουργίας των Δήμων εκτιμάται σε περίπου 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η χρηματοδοτική απόκλιση για τη λειτουργία και τη βελτίωση των υποδομών υπολογίζεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, καταγράφονται 26.465 κενές οργανικές θέσεις στους Δήμους.

Αυτά τα στοιχεία δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλές λογιστικές αναφορές. Πίσω από κάθε κενή θέση βρίσκεται μια υπηρεσία που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί. Πίσω από κάθε ανεπαρκή χρηματοδότηση βρίσκεται μια ανάγκη που καθυστερεί να καλυφθεί. Και πίσω από κάθε μεταφερόμενη αρμοδιότητα χωρίς πόρους βρίσκεται ένας Δήμος που καλείται να εξηγήσει στους πολίτες γιατί δεν μπορεί να κάνει όσα του αναλογούν.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν εξετάσουμε την εξέλιξη των δαπανών προσωπικού, αλλά και την αύξηση του ενεργειακού κόστους και των λοιπών υποχρεώσεων. Οι Δήμοι δεν μπορούν να λειτουργούν με οικονομικά δεδομένα άλλων εποχών, όταν το κόστος σχεδόν κάθε υπηρεσίας έχει μεταβληθεί σημαντικά.

Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει απαντήσεις

Η κριτική προς την κεντρική κυβέρνηση πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη.

Δεν μπορεί να ζητά από τους Δήμους να λειτουργούν με ευθύνες μεγάλων οργανισμών και να τους χρηματοδοτεί σαν να είναι μικρές διοικητικές υπηρεσίες.

Δεν μπορεί να μεταφέρει αρμοδιότητες, να αυξάνει τις υποχρεώσεις και στη συνέχεια να εμφανίζει την οικονομική ενίσχυση ως έκτακτη παροχή ή πολιτική διευκόλυνση.

Και κυρίως, δεν μπορεί η οικονομική επιβίωση ενός Δήμου να εξαρτάται από το πόσο αποτελεσματικά μπορεί ο εκάστοτε δήμαρχος να διεκδικήσει μια επιχορήγηση από ένα υπουργείο ή από το πόσο καλή είναι η προσωπική του σχέση με την κεντρική διοίκηση.

Η χρηματοδότηση της Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους πολιτικής εύνοιας. Δεν μπορεί να είναι επιβράβευση των «καλών μαθητών» ούτε αποτέλεσμα προσωπικών επαφών και διαπραγματεύσεων πίσω από κλειστές πόρτες.

Πρέπει να αποτελεί θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας, με σταθερούς, διαφανείς και αντικειμενικούς κανόνες κατανομής.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027, όπως τα παρουσιάζει η ΚΕΔΕ. Οι προβλεπόμενες μεταβιβάσεις προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης εμφανίζονται μειωμένες κατά περίπου 670 εκατομμύρια ευρώ σε σχέση με το 2026. Την ίδια στιγμή, περιορίζονται οι προβλεπόμενες επενδυτικές δαπάνες και το δημοσιονομικό περιθώριο των Δήμων.

Αν αυτή είναι η πραγματική κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής, τότε το μήνυμα προς την Αυτοδιοίκηση είναι αντιφατικό: από τη μία πλευρά της ζητείται να αναλάβει περισσότερες ευθύνες και από την άλλη περιορίζονται οι πόροι που χρειάζεται για να τις ασκήσει.

Η διεκδίκηση των θεσμοθετημένων πόρων, με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τους υπολογισμούς της ΚΕΔΕ, δεν είναι υπερβολική απαίτηση. Είναι ζήτημα θεσμικής συνέπειας και ισονομίας.

Το ενεργειακό κόστος και το τέλος ταφής: χρήματα που πρέπει να επιστρέψουν στους Δήμους

Υπάρχουν, μάλιστα, ζητήματα στα οποία η Πολιτεία θα μπορούσε να προχωρήσει σε άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ενεργειακό κόστος. Σύμφωνα με την ΚΕΔΕ, οι Δήμοι επιβαρύνονται με τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που προσεγγίζουν τα 0,24 ευρώ ανά κιλοβατώρα, την ώρα που μεγάλοι καταναλωτές εξασφαλίζουν σημαντικά χαμηλότερες τιμές. Η πρόταση για τιμή της τάξης των 0,10 ευρώ ανά κιλοβατώρα θα μπορούσε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ένωσης, να εξοικονομήσει περίπου 240 εκατομμύρια ευρώ.

Δεν πρόκειται για μια αμελητέα διαφορά. Είναι πόροι που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στη συντήρηση υποδομών, στην αναβάθμιση δημοτικών εγκαταστάσεων, στην καθαριότητα και στην καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών.

Αντίστοιχα, το τέλος ταφής απορριμμάτων αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχουν συγκεντρωθεί εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, με την ΚΕΔΕ να ζητά την επιστροφή τους στους Δήμους για την ενίσχυση της ανακύκλωσης, την προμήθεια απορριμματοφόρων, κάδων και εξοπλισμού.

Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς: ποιος είναι ο σκοπός της επιβολής ενός τέλους που συνδέεται με τη διαχείριση των απορριμμάτων, αν οι πόροι του δεν επιστρέφουν με ουσιαστικό τρόπο στην Αυτοδιοίκηση, ώστε να δημιουργηθούν οι υποδομές που θα περιορίσουν την ταφή;

Η έκτακτη οικονομική ενίσχυση των 140 εκατομμυρίων ευρώ, που αναμένεται να αποδοθεί στους Δήμους, είναι ασφαλώς θετική εξέλιξη και αποτέλεσμα διεκδίκησης. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει τη μόνιμη και δίκαιη χρηματοδότηση. Οι Δήμοι δεν χρειάζονται περιστασιακές ανάσες για να καλύπτουν διαρκείς ανάγκες. Χρειάζονται ένα σταθερό οικονομικό πλαίσιο που να τους επιτρέπει να σχεδιάζουν και να υλοποιούν πολιτικές με ορίζοντα χρόνου.

Η ΚΕΔΕ οφείλει να περάσει από τις διαπιστώσεις στις δεσμεύσεις

Το συνέδριο της Καλαμάτας είναι μια σημαντική ευκαιρία και για την ίδια την ΚΕΔΕ.

Η Ένωση πρέπει να εκφράσει ενιαία και δυναμικά το σύνολο της Αυτοδιοίκησης, πέρα από κομματικές ταυτότητες και πολιτικές σκοπιμότητες. Τα προβλήματα των Δήμων δεν έχουν χρώμα. Δεν αφορούν μόνο τις δημοτικές αρχές που πρόσκεινται στην κυβέρνηση ή εκείνες που βρίσκονται στην αντιπολίτευση. Αφορούν τους δημότες και τις τοπικές κοινωνίες.

Η ΚΕΔΕ οφείλει να διεκδικήσει με συγκεκριμένο σχέδιο, σαφές χρονοδιάγραμμα και θεσμική επιμονή:

  • Την απόδοση των θεσμοθετημένων πόρων που αντιστοιχούν στις αρμοδιότητες των Δήμων.

  • Τη θεσμοθέτηση πραγματικής κοστολόγησης κάθε νέας αρμοδιότητας πριν αυτή μεταφερθεί στην Αυτοδιοίκηση.

  • Τη στελέχωση των δημοτικών υπηρεσιών με μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό.

  • Τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την επιστροφή των πόρων του τέλους ταφής στους Δήμους.

  • Την ενίσχυση της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας με παράλληλη διαφάνεια και λογοδοσία.

  • Τη διασφάλιση του ουσιαστικού ρόλου των Δήμων στον χωροταξικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό των περιοχών τους.

Δεν αρκεί να καταγραφούν τα αιτήματα. Χρειάζεται να υπάρξει συγκεκριμένη στρατηγική διεκδίκησης και να γίνει σαφές τι θα συμβεί εάν οι δεσμεύσεις δεν υλοποιηθούν.

Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να είναι θεσμικός εταίρος μόνο στα λόγια και διοικητικό παράρτημα της κεντρικής εξουσίας στην πράξη.

Το πραγματικό στοίχημα είναι η εμπιστοσύνη των πολιτών

Στο τέλος της ημέρας, όλα αυτά δεν αφορούν τους δημάρχους, τους δημοτικούς συμβούλους ή τις διοικήσεις των θεσμικών οργάνων. Αφορούν τον πολίτη.

Τον γονέα που θέλει ένα ασφαλές και σύγχρονο σχολείο για το παιδί του. Τον ηλικιωμένο που χρειάζεται κοινωνική φροντίδα. Τον επαγγελματία που θέλει μια πόλη καθαρή και λειτουργική. Τον κάτοικο μιας γειτονιάς που περιμένει να συντηρηθεί ο δρόμος, να αποκατασταθεί ο φωτισμός, να υπάρχει πράσινο και να λειτουργούν οι δημοτικές υπηρεσίες.

Αυτή είναι η ουσία της Αυτοδιοίκησης: να βρίσκεται κοντά στον πολίτη και να έχει τη δυνατότητα να δίνει λύσεις.

Για να το πετύχει, όμως, χρειάζεται πραγματικές αρμοδιότητες, επαρκείς πόρους, στελεχωμένες υπηρεσίες και πολιτική αυτονομία. Χρειάζεται, ταυτόχρονα, αιρετούς που θα αναλαμβάνουν την ευθύνη των αποφάσεών τους, θα λογοδοτούν και θα αξιοποιούν με αποτελεσματικότητα τα χρήματα των δημοτών.

Η Αυτοδιοίκηση δεν ζητά ελεημοσύνη. Ζητά τους πόρους που αντιστοιχούν στις αρμοδιότητές της. Αλλά οφείλει και η ίδια να αποδεικνύει ότι μπορεί να τους αξιοποιεί καλύτερα, με διαφάνεια, σχέδιο και μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Η Καλαμάτα, λοιπόν, δεν χρειάζεται απλώς να φιλοξενήσει ένα ακόμη συνέδριο. Χρειάζεται να φιλοξενήσει μια ουσιαστική συζήτηση για το μέλλον της Αυτοδιοίκησης. Μια συζήτηση που θα ξεπεράσει τις καθιερωμένες ομιλίες, τις φωτογραφίες και τις γενικόλογες διακηρύξεις.

Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσα συνέδρια θα πραγματοποιήσουμε, αλλά πόσο διαφορετική θα είναι η Αυτοδιοίκηση την επόμενη ημέρα.

Θέλουμε Δήμους που θα αποφασίζουν για το μέλλον των τοπικών κοινωνιών τους ή Δήμους που θα περιμένουν κάθε φορά την έγκριση και την οικονομική εύνοια της κεντρικής εξουσίας;

Αυτή είναι η συζήτηση που αξίζει να γίνει στην Καλαμάτα. Και αυτή είναι η ευθύνη που πρέπει να αναλάβει το συνέδριο της ΚΕΔΕ.