Ο έλεγχος στους εράνους προστατεύει την οικογένεια που ζητά βοήθεια, τον άνθρωπο που δίνει από το υστέρημά του και τον εθελοντή που τους φέρνει κοντά.
FARENEWS.GR: ΑΡΘΡΟ ΓΝΩΜΗΣ / ΑΠΟΨΗ
Του Σωτήρη Μάλαμα
Λες να μη μας πιστέψουν;
Εδώ στην Καλαμάτα, όταν διάβασα για την αστυνομική έρευνα σχετικά με χρήματα που ο κόσμος έδωσε για άρρωστα παιδιά, σκέφτηκα τον επόμενο πατέρα που θα χρειαστεί να ζητήσει βοήθεια. Εκείνον που θα καθίσει ένα βράδυ με τη γυναίκα του να γράψουν δυο λόγια για το παιδί τους.
Θα τα γράφουν, θα τα σβήνουν. Πόσα λες δημόσια για μια αρρώστια που ακόμη δυσκολεύεσαι να συζητήσεις με τους δικούς σου; Κι όταν επιτέλους βρουν τα λόγια, μπορεί να κοιταχτούν και να πουν λες να μη μας πιστέψουν;
Αν δώσω τα χρήματά μου, πού θα πάνε;
Σκέφτομαι κι εκείνον που θα διαβάσει την έκκληση. Τον συνταξιούχο που βγάζει πέντε ευρώ από την τσέπη του. Ξέρει πόσα του μένουν μέχρι να ξαναπληρωθεί, αλλά σκέφτεται έχω κι εγώ εγγόνια και τα δίνει.
Κάθε τέτοια υπόθεση, όμως, τον κάνει να αναρωτιέται αν δώσω τα χρήματά μου, πού θα πάνε; Θα φτάσουν σ’ εκείνον που τα χρειάζεται; Είναι αλήθεια όσα μου λένε;
Αν αύριο το χέρι του μείνει στην τσέπη, εγώ δεν μπορώ να τον πω άκαρδο. Ο ίδιος άνθρωπος είναι. Μόνο που τώρα φοβάται.
Κι όσο εκείνος ψάχνει απαντήσεις, μια οικογένεια περιμένει. Ο φόβος μήπως μας εξαπατήσουν μπορεί να μας κάνει να προσπεράσουμε έναν άνθρωπο που πραγματικά μας χρειάζεται.
Την ξέρεις την οικογένεια;
Στην πόλη μας, μια τέτοια έκκληση μπορεί να φτάσει σ’ εμάς από έναν γνωστό. Την ξέρεις την οικογένεια; τον ρωτάμε. Κι αν μας πει ναι, μένουμε χρόνια στην ίδια γειτονιά, ησυχάζουμε κάπως.
Μα ο πατέρας που ήρθε πριν από λίγους μήνες στην πόλη και ξέρει μόνο τους ανθρώπους στη δουλειά του, σε ποιον θα απευθυνθεί; Θα πρέπει να βγάλει τη γνωμάτευση του παιδιού του στο διαδίκτυο, να τη διαβάζει ο καθένας;
Η ανάγκη υπάρχει και στα σπίτια που δεν γνωρίζουμε. Κι ένας γονιός έχει ήδη αρκετό βάρος πάνω του όταν αναγκάζεται να ζητήσει δημόσια βοήθεια για το παιδί του.
Ο εθελοντής που θα κάνει τα τηλέφωνα
Εκεί φαίνεται πόσο ανάγκη έχουμε τον τίμιο σύλλογο. Για μια οικογένεια που δεν ξέρει από πού να αρχίσει, έχει μεγάλη αξία να βρεθεί ένας εθελοντής να της πει πήγαινε εσύ στο παιδί σου, τα τηλέφωνα θα τα κάνω εγώ.
Αυτόν τον άνθρωπο θέλω να μπορώ να τον εμπιστεύομαι κι αύριο, όταν θα πάρει κι εμένα τηλέφωνο για να βοηθήσω. Η δουλειά του γίνεται δυσκολότερη όταν πρέπει κάθε φορά να ξεπερνά την καχυποψία που άφησαν πίσω τους άλλοι.
Γι’ αυτό ζητάω, εκεί που δημοσιεύτηκε η έκκληση, να δημοσιεύεται κι ο απολογισμός. Πόσα μαζεύτηκαν, πόσα πήρε η οικογένεια, τι έξοδα έγιναν. Έτσι κι ο εθελοντής, όταν τον ρωτήσει ο συνταξιούχος έπιασαν τόπο τα λεφτά μας; θα έχει μια καθαρή απάντηση να του δώσει.
Ποιος έλεγχε όσο έτρεχαν οι έρανοι;
Ζητάω από την κυβέρνηση να μας πει ποια υπηρεσία είχε την ευθύνη να ελέγξει αν τα χρήματα έφταναν στις οικογένειες. Όσο ο κόσμος έδινε, έγινε τέτοιος έλεγχος; Αν έγινε, πότε και τι έδειξε; Κι αν καμία υπηρεσία δεν είχε αυτή την ευθύνη, ας μας το πουν καθαρά.
Ο πατέρας που περιμένει έξω από την πόρτα του γιατρού δικαιούται να ξέρει πού μπορεί να απευθυνθεί για τα χρήματα που μαζεύονται στο όνομα του παιδιού του.
Καταλαβαίνω τον άνθρωπο που διστάζει να δώσει. Εκείνο που με ανησυχεί είναι πόσο εύκολα η αμφιβολία για εκείνον που διαχειρίζεται τα χρήματα μπορεί να πέσει πάνω σ’ εκείνον που τα χρειάζεται.
Στην πόρτα ενός μαγαζιού
Ας το φέρουμε σε μια απλή, καθημερινή στιγμή. Ένας άνθρωπος ανοίγει την πόρτα ενός μαγαζιού και ζητάει βοήθεια. Ο άνθρωπος απέναντί του πρέπει εκείνη την ώρα να αποφασίσει πώς θα σταθεί.
Το συναντώ κι εγώ στη δουλειά μου. Όταν κάποιος μου ζητάει χρήματα, του δίνω τρόφιμα. Λόγω της δουλειάς μου, αυτό μπορώ να προσφέρω. Δεν ξέρω τι έχει στο ψυγείο του ούτε πόσοι περιμένουν στο σπίτι του να φάνε.
Για μένα είναι εύκολο να ανοίξω το ψυγείο. Για εκείνον πόσο εύκολο ήταν να ανοίξει την πόρτα μου; Πόσα βάσανα πρέπει να μου αραδιάσει μπροστά σε κόσμο για να του βάλω δυο πράγματα σε μια σακούλα;
Από εκείνον που μαζεύει χρήματα στο όνομα ενός παιδιού θα ζητάω λογαριασμό. Κι από το κράτος ζητάω να κάνει τον έλεγχο όσο ο έρανος είναι ακόμη ανοιχτός. Να μπορεί κι ο άνθρωπος που δίνει τα πέντε ευρώ του να ξέρει πως η βοήθειά του έφτασε εκεί που έπρεπε.
Τον άνθρωπο όμως που στέκεται στην πόρτα του μαγαζιού μου δεν θα τον βάλω να αποδείξει ότι πεινάει. Θα του δώσω κάτι να φάει, κι ας μην πεινάει. Γιατί αν πεινάει;