​Μανώλης Μάκαρης – Γιώργος Φαράντος: Σκληρή κριτική στην Περιφέρεια για την «εγκατάλειψη» της Αρκαδίας

Σφοδρή επίθεση κατά της Περιφερειακής Αρχής εξαπολύουν ο επικεφαλής της παράταξης «Πρώτα η Πελοπόννησος», Μανώλης Μάκαρης, και το στέλεχος Γιώργος Φαράντος. Συγκεκριμένα, οι δύο εκπρόσωποι ολοκλήρωσαν την περιοδεία τους σε χωριά των Δήμων Τρίπολης και Γορτυνίας, κάνοντας λόγο για μια αποκαρδιωτική εικόνα πλήρους εγκατάλειψης των υποδομών. Πράγματι, η παράταξη απευθύνει σειρά πιεστικών ερωτημάτων προς τη διοίκηση, ζητώντας άμεσες απαντήσεις για την ασφάλεια των πολιτών.

​Αρχικά, το οδικό δίκτυο της Αρκαδίας αποτελεί, σύμφωνα με την ανακοίνωση, τη μεγαλύτερη πληγή της περιοχής. Πιο αναλυτικά, οι κ.κ. Μάκαρης και Φαράντος καταγγέλλουν σοβαρές κακοτεχνίες, επικίνδυνες λακκούβες, ελλιπή φωτισμό και ανύπαρκτη σήμανση. Μάλιστα, η παράταξη ζητά να μάθει αν οι τεχνικές υπηρεσίες έχουν ελέγξει στατικά τις γέφυρες και τις βασικές υποδομές μετά τις καταστροφές του περασμένου χειμώνα. Ταυτόχρονα, περιγράφουν τη διαδρομή Τρίπολη-Στεμνίτσα ως ένα «πάρκο ακραίων δοκιμασιών», όπου πάνω από 30 «κρατήρες» στο οδόστρωμα απειλούν καθημερινά τη ζωή των οδηγών.

​Επιπλέον, η κριτική επεκτείνεται και στην αντιπλημμυρική προστασία της περιφέρειας. Ειδικότερα, τα στελέχη της παράταξης διαπιστώνουν ότι τα ρέματα παραμένουν ακαθάριστα, γεγονός που καθιστά τη θωράκιση της υπαίθρου ουσιαστικά ανύπαρκτη. Παράλληλα, επισημαίνουν την κατάρρευση των αρδευτικών δικτύων, η οποία «στραγγαλίζει» τον πρωτογενή τομέα και εκτοξεύει το κόστος για αγρότες και κτηνοτρόφους. Με αυτόν τον τρόπο, η αδιαφορία των αρμοδίων οδηγεί την αρκαδική ύπαιθρο στην ερήμωση και απομακρύνει τους νέους από τον τόπο τους.

​Συμπερασματικά, η παράταξη «Πρώτα η Πελοπόννησος» απαιτεί άμεσες πράξεις και όχι άλλες υποσχέσεις. Κατόπιν όλων αυτών, ζητούν τη δημοπράτηση έργων οδικής ασφάλειας, τη συντήρηση των γεφυρών και την πλήρη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων (ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης) για κλειστά αρδευτικά δίκτυα. Τέλος, υπογραμμίζουν ότι η ασφάλεια των πολιτών δεν μπορεί να παραμένει στον «αυτόματο πιλότο» της τύχης, περιμένοντας να συμβεί το μοιραίο για να κινητοποιηθεί ο κρατικός μηχανισμός.