Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς , Λέων Τολστόι: ένα έργο που μας καλεί να ξαναδούμε τη ζωή

Γράφει η Πωλέττα Ψυχογυιοπούλου

Στη Λέσχη Ανάγνωσης της Πειραματικής Σκηνής, μια συνάντηση με τον Τολστόι, την ανθρώπινη φύση και τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής

Ο  Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς του Λέοντος Τολστόι είναι ένα από εκείνα τα έργα που, παρά το γεγονός ότι γράφτηκαν τον 19ο αιώνα, εξακολουθούν να συνομιλούν με τον σύγχρονο άνθρωπο με εντυπωσιακή αμεσότητα. Δεν είναι απλώς η ιστορία ενός ανθρώπου που πεθαίνει. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που, μπροστά στον θάνατο, αναγκάζεται για πρώτη φορά να αναρωτηθεί αν έζησε πραγματικά.

Αυτό ακριβώς αποτέλεσε και τον πυρήνα της συνάντησης της Λέσχης Ανάγνωσης της Πειραματικής Σκηνής. Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στην υπόθεση της νουβέλας ή στην παρουσίαση του συγγραφέα. Εστίασε στα βαθύτερα υπαρξιακά και κοινωνικά ερωτήματα που θέτει ο Τολστόι και στην εκπληκτική επικαιρότητα ενός έργου που μιλά για τη μοναξιά, την κοινωνική επιτυχία, την οικογένεια, την ασθένεια, τον φόβο του θανάτου, αλλά κυρίως για την ανάγκη του ανθρώπου να ζήσει μια αυθεντική ζωή.

Ο Ιβάν Ίλιτς έχει οικοδομήσει τη ζωή του σύμφωνα με όλα όσα η κοινωνία θεωρεί επιτυχημένα και επιθυμητά: καλή επαγγελματική πορεία, οικονομική άνεση, κοινωνική θέση, έναν «κατάλληλο» γάμο και ένα καλόγουστο σπίτι. Δεν έχει κάνει, όμως, το βασικό ερώτημα: είναι αυτή η ζωή που πραγματικά επιθυμεί; Η ασθένεια λειτουργεί ως ρήγμα σε αυτή την καλοστημένη πραγματικότητα. Όσα θεωρούσε αυτονόητα παύουν να έχουν σημασία και ο ήρωας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια αλήθεια που απέφευγε σε όλη του τη ζωή.

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που τέθηκαν στη Λέσχη Ανάγνωσης αφορούσε τη λεγόμενη «συμβατική» ευτυχία. Ο Ιβάν Ίλιτς έκανε όλα όσα «έπρεπε». Πόσο συχνά, όμως, και στη δική μας ζωή συγχέουμε την κοινωνική επιτυχία, την οικονομική άνεση, την επαγγελματική καταξίωση ή την κοινωνική προβολή με την πραγματική ευτυχία;

Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα σήμερα. Η ανάγκη να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των άλλων, η επιδίωξη μιας συγκεκριμένης εικόνας ζωής και, πλέον, η διαρκής έκθεση στα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούν συχνά την ψευδαίσθηση ότι η ευτυχία είναι κάτι που μπορεί να αποκτηθεί, να επιδειχθεί και να μετρηθεί. Ο Τολστόι, ωστόσο, θέτει ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν όλα όσα θεωρούσαμε επιτυχία δεν μπορούν πλέον να μας προστατεύσουν;

Η «απλή, συνηθισμένη και γι’ αυτό τρομερή» ζωή του Ιβάν Ίλιτς γίνεται έτσι ένας καθρέφτης της δικής μας καθημερινότητας.

Στη συζήτηση ιδιαίτερη θέση είχε και ο χαρακτήρας του Γεράσιμου, ο οποίος αποτελεί τον μεγάλο αντίποδα του κόσμου στον οποίο κινήθηκε ο Ιβάν Ίλιτς. Ο νεαρός υπηρέτης είναι ο μόνος που δεν προσποιείται ότι ο θάνατος δεν υπάρχει. Δεν αποφεύγει τον άρρωστο, δεν αντιμετωπίζει την ασθένεια ως ενόχληση και δεν κρύβεται πίσω από κοινωνικούς τύπους.

Η στάση του είναι απλή και βαθιά ανθρώπινη: ο άνθρωπος πεθαίνει και χρειάζεται βοήθεια. Ο Γεράσιμος την προσφέρει χωρίς φόβο και χωρίς υπολογισμό. Η παρουσία του δείχνει ότι η ουσιαστική συμπόνια δεν απαιτεί μεγάλα λόγια· απαιτεί να είσαι πραγματικά παρών δίπλα στον άλλον.

Έτσι, ο Γεράσιμος γίνεται ένα από τα σημαντικότερα ηθικά πρόσωπα της νουβέλας. Εκπροσωπεί την αυθεντικότητα, την αποδοχή της θνητότητας και μια φυσική σχέση με τη ζωή και τον θάνατο, σε αντίθεση με τον κόσμο της υποκρισίας και της κοινωνικής επίφασης που περιβάλλει τον Ιβάν.

Ο Τολστόι είναι ιδιαίτερα οξύς απέναντι στη στάση του κοινωνικού περιβάλλοντος του ήρωα. Ήδη από την πρώτη σκηνή, την κηδεία του Ιβάν Ίλιτς, οι συνάδελφοί του σκέφτονται περισσότερο τις επαγγελματικές συνέπειες του θανάτου του παρά τον ίδιο τον άνθρωπο που πέθανε. Η σύζυγός του, από την πλευρά της, ενδιαφέρεται για τις πρακτικές και οικονομικές συνέπειες της κατάστασης.

Η κοινωνική αυτή ψυχρότητα δεν παρουσιάζεται απλώς ως ατομική κακία. Αποτελεί μέρος ενός ολόκληρου τρόπου ζωής που δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τον πόνο και τον θάνατο. Και εδώ βρίσκεται ένα ακόμη σημείο όπου ο Τολστόι συναντά το σήμερα.

Στη σύγχρονη κοινωνία ο θάνατος, η ασθένεια και τα γηρατειά συχνά απομακρύνονται από την καθημερινή μας θέα. Προτιμούμε την εικόνα της διαρκούς υγείας, νεότητας και παραγωγικότητας. Ακόμη και όταν ένας άνθρωπος υποφέρει, υπάρχει ο κίνδυνος να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως «περιστατικό» που πρέπει να διεκπεραιωθεί παρά ως άνθρωπος που χρειάζεται παρουσία, επικοινωνία και κατανόηση.

Το έργο μάς υπενθυμίζει ότι η ουσιαστική φροντίδα δεν είναι μόνο ιατρική ή πρακτική. Είναι πρωτίστως ανθρώπινη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο ο Τολστόι χρησιμοποιεί τον χώρο και τα αντικείμενα. Το σπίτι του Ιβάν Ίλιτς, η διακόσμηση, η προσπάθεια να είναι κομψό και «όπως πρέπει», δεν αποτελούν απλές λεπτομέρειες. Αποτυπώνουν έναν ολόκληρο τρόπο ζωής και την ανάγκη του ήρωα να ανταποκριθεί στην κοινωνική εικόνα που έχει επιλέξει.

Τα αντικείμενα αποκτούν έτσι συμβολική αξία: εκφράζουν την επιτυχία, το κύρος και την ταυτότητα που ο Ιβάν έχει οικοδομήσει. Όταν όμως η ασθένεια εισβάλλει στη ζωή του, η λάμψη τους δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως προστατευτικό περίβλημα. Η ύλη μένει, αλλά η ψευδαίσθηση καταρρέει.

Η παρατήρηση αυτή αποτέλεσε και αφετηρία για έναν ευρύτερο προβληματισμό σχετικά με τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν: τι σημαίνει ένα αντικείμενο όταν είναι καινούργιο, λαμπερό και συνδεδεμένο με την επιτυχία μας και τι σημαίνει όταν παλιώνει, φθείρεται και μετατρέπεται σε ανάμνηση;

Κορυφαίο σημείο της συζήτησης αποτέλεσε το τέλος της νουβέλας. Η φράση «ο θάνατος τελείωσε, υπάρχει μόνο φως» συμπυκνώνει τη μεγάλη εσωτερική μεταμόρφωση του ήρωα.

Ο Ιβάν Ίλιτς, λίγο πριν από τον θάνατό του, παύει να αντιστέκεται στην αλήθεια. Αναγνωρίζει ότι η ζωή του δεν ήταν όπως θα έπρεπε να είναι και, κυρίως, στρέφεται για πρώτη φορά προς τους άλλους με αγάπη και οίκτο. Η σχέση του με την οικογένειά του αλλάζει. Ο φόβος υποχωρεί και στη θέση του εμφανίζεται μια μορφή αποδοχής.

Το «φως» μπορεί να διαβαστεί ψυχολογικά, ως αποτέλεσμα της συγχώρεσης και της απελευθέρωσης από τον εγωισμό, αλλά και πνευματικά, ως μια υπέρβαση του φόβου του θανάτου και μια αφύπνιση στην αλήθεια της ύπαρξης. Ο Τολστόι αντιστρέφει έτσι το νόημα του τίτλου: ο άνθρωπος που θεωρούσε ότι πεθαίνει είναι, κατά κάποιον τρόπο, εκείνος που μόλις τώρα αρχίζει να ζει πραγματικά.

Η συνάντηση της Λέσχης δεν περιορίστηκε στην ερμηνεία του έργου. Η συζήτηση και τα ερωτήματα που τέθηκαν λειτούργησαν ως αφετηρία για δημιουργική προσέγγιση της νουβέλας, με δραστηριότητα δημιουργικής γραφής με τίτλο «Η ύλη που γερνάει: Από τη λάμψη στη σκόνη». Η δραστηριότητα μεταφέρει τη συμβολική λειτουργία των αντικειμένων στη σύγχρονη ζωή, προσφέροντας έναν ακόμη τρόπο προσωπικής συνομιλίας με το έργο — έναν τρόπο που θα μπορούσε να βρει ενδιαφέρον και σε ένα σχολικό αναγνωστικό περιβάλλον.

Η δραστηριότητα αξιοποιεί τη συμβολική λειτουργία των αντικειμένων στον κόσμο του Ιβάν Ίλιτς και μεταφέρει το ερώτημα στη σύγχρονη ζωή. Ένα αντικείμενο που κάποτε συμβόλιζε κύρος, ταυτότητα ή επιτυχία παρουσιάζεται σε δύο χρονικές στιγμές: στην εποχή της ακμής του και αργότερα, όταν η φθορά του αποκαλύπτει το πέρασμα του χρόνου και τις αλλαγές στη ζωή του ανθρώπου που το κατείχε.

Η δημιουργική γραφή λειτουργεί έτσι ως ένας ακόμη τρόπος συνομιλίας με τον Τολστόι. Δεν ζητά απλώς από τον αναγνώστη να εξηγήσει ένα σύμβολο, αλλά να το μετασχηματίσει σε προσωπική εικόνα, μνήμη και αφήγηση.

Η αξία της νουβέλας  Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς βρίσκεται τελικά στην απλότητα και στην καθολικότητα του ερωτήματός του. Ο Τολστόι δεν παρουσιάζει έναν ήρωα εξαιρετικό. Παρουσιάζει έναν άνθρωπο καθημερινό, έναν άνθρωπο που έζησε όπως «έπρεπε» και μόνο όταν πλησίασε το τέλος αναγκάστηκε να αναρωτηθεί αν έζησε όπως πραγματικά ήθελε.

Η συζήτηση στη Λέσχη Ανάγνωσης της Πειραματικής Σκηνής ανέδειξε ακριβώς αυτή την επικαιρότητα του έργου. Από τη «συμβατική» ευτυχία και την κοινωνική επιτυχία έως την αυθεντικότητα του Γεράσιμου, από τη μοναξιά του ασθενούς έως τη στάση της κοινωνίας απέναντι στον θάνατο και από τη φθορά των αντικειμένων έως το «φως» του τέλους, ο Τολστόι εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα που δεν έχουν χάσει τη δύναμή τους.

Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της νουβέλας: δεν μας αφήνει απλώς να σκεφτούμε τον θάνατο του Ιβάν Ίλιτς, αλλά επιστρέφει αθόρυβα στον ίδιο τον αναγνώστη. Τι θεωρούμε επιτυχία; Ποιες επιλογές είναι πραγματικά δικές μας; Πόσο χώρο αφήνουμε στην αγάπη και στην ανθρώπινη επαφή; Ερωτήματα που ο Τολστόι δεν απαντά, αλλά αφήνει να συνεχίσουν τη διαδρομή τους μέσα μας, πολύ μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος, βιβλιοθηκονόμος και συγγραφέας