Μακλένα Νίκα: «Η γλώσσα είναι το σπίτι της ψυχής μας»

Συνέντευξη στην Afize Gjikondi

Η Μακλένα Νίκα είναι μια από τις πιο δραστήριες και δημιουργικές φωνές του ελληνικού και αλβανικού πνευματικού χώρου. Διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Τιράνων, ενώ παράλληλα έχει συμβάλει ουσιαστικά στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στην Αλβανία, μέσα από τη διδασκαλία, τη μετάφραση και τη λογοτεχνική της παρουσία. Ως Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Νίκου Καζαντζάκη στην Αλβανία, έχει αναδείξει μια γέφυρα πολιτισμού ανάμεσα στους δύο λαούς.

Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του ποιητικού της βιβλίου «Νιτρογλυκερίνη» (Εκδόσεις Toena, 2023) — υποψήφιου για το Εθνικό Βραβείο Ποίησης — συζητούμε μαζί της για τη δύναμη της γλώσσας, τη γυναικεία δημιουργία και τη βαθιά πολιτισμική συνείδηση που διαπερνά το έργο της.

 

 

  1. Κυρία Νίκα, τι είναι αυτό που θα θέλατε πρωτίστως να μεταφέρετε μέσα από το γραπτό σας έργο; Υπάρχει ένα σταθερό νήμα που διαπερνά την ποιητική σας φωνή;

 

Θα έλεγα πως αυτό που προσπαθώ να μεταφέρω δεν είναι τόσο ένα μήνυμα, όσο μια κατάσταση ύπαρξης. Η ποίηση για μένα είναι το σημείο όπου το φως και το σκοτάδι συμφιλιώνονται, και για αυτό το λόγο το κύριο σύμβολο που επικρατεί σχεδόν σε όλα τα ποιήματά μου είναι το οξύμωρο.Όλα μου τα γραπτά, ακόμη κι όταν φαίνονται διαφορετικά, ενώνονται από μια αόρατη γραμμή: την αναζήτηση του νοήματος μέσα από την απώλεια.
Η γραφή είναι μια πράξη σωτηρίας, αλλά και εξέγερσης. Είναι ο τρόπος μου να ξανασυνθέτω τον εαυτό μετά από κάθε θραύση, να βρίσκω το ανθρώπινο μέσα στο άναρχο, το θείο μέσα στο καθημερινό.Ίσως γι’ αυτό λέω συχνά ότι «γράφω για να μην χαθώ» — για να αιωνίσω τον εαυτό μου.

 

  1. Πόσο έχει επηρεάσει η καταγωγή σας και η διπλή σας πολιτισμική ταυτότητα — ελληνική και αλβανική — την καλλιτεχνική σας πορεία και τον τρόπο που βλέπετε τον κόσμο;

 

Τη διπλή μου ταυτότητα την θεωρώ μια υπέροχη δυνατότητα για να εκφραστώ. Ζω και δημιουργώ πάνω σε ένα αόρατο σύνορο που ενώνει δύο πολιτισμούς με βαθιές ρίζες και έντονα πάθη.Η ελληνική γλώσσα μού έδωσε το φως, τη μεταφυσική διάσταση του λόγου. Ανάμεσά τους, υπάρχει ο χώρος όπου γεννιέται η ποίησή μου — ένας ενδιάμεσος τόπος, μια πατρίδα άυλη, εκεί όπου οι λέξεις δεν έχουν εθνικότητα αλλά ψυχή.
Δεν βλέπω τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός λαού, αλλά μέσα από το πρίσμα της μετάφρασης — εκεί όπου κάθε λέξη είναι ένα ταξίδι ανάμεσα σε δύο συνειδήσεις.

 

  1. Ως γυναίκα δημιουργός που δραστηριοποιείται ανάμεσα σε δύο χώρες και δύο γλώσσες, τι θα λέγατε σε μια νέα γυναίκα που επιθυμεί να ακολουθήσει λογοτεχνική διαδρομή;

 

Θα της έλεγα να μη φοβηθεί τη φωνή της — ούτε όταν τρέμει, ούτε όταν αντιστέκεται.
Η γραφή είναι ένας τρόπος να υπάρξεις, να διασώσεις τον εαυτό σου από τη λήθη. Και οι γυναίκες, συχνά, κουβαλούμε μέσα μας σιωπές αιώνων. Το να γράφεις, σημαίνει να τους δίνεις φωνή, σώμα, παρουσία.Η διαδρομή της δημιουργίας δεν έχει να κάνει με την αποδοχή, αλλά με την εσωτερική αναγκαιότητα. Να γράφεις όχι επειδή θέλεις να ακουστείς, αλλά επειδή δεν μπορείς να σιωπήσεις.
Κι αν δρα ανάμεσα σε δύο γλώσσες, όπως εγώ, τότε να τις αγαπά και τις δύο. Γιατί μέσα στη διπλή γλώσσα υπάρχει πάντα διπλή ελευθερία.

 

  1. Με αφορμή την πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου σας στην Καλαμάτα, πώς βιώσατε την επικοινωνία σας με το ελληνικό κοινό; Υπάρχουν διαφορές στην πρόσληψη του έργου σας ανάμεσα στις δύο πλευρές του συνόρου;

 

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της ποιητικής συλλογής “Νιτρογλυκερίνη”, Εκδόσεις Ευρασία, 2025, στην Καλαμάτα, διοργανωμένη από το Culture of Balkans στο πλαίσιο της ποιητικής δράσης “Ποιητικοί Δρόμοι”, η επικοινωνία με το ελληνικό κοινό ήταν για μένα μια συγκινητική εμπειρία. Νιώθω πολύ ευτυχής που η ανταπόκριση της ποίησής μου γενικά στην Ελλάδα είναι πολύ δυνατή και φιλική. Θα έλεγα πώς και τα ποιήματα της Νιτρογλυκερίνης, αν και έχουν γραφτεί στα Αλβανικά, είναι βασιζόμενα σε Ελληνικά δεδομένα, στις θεωρίες του Ιπποκράτη.
Η πρόσληψη των ποιημάτων είναι κάπως διαφορετική, λόγω της κοσμοθεωρίας του αναγνώστη και του τρόπου συγκίνησης. Και αυτή η διπλή ανάγνωση είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να λάβει ένας συγγραφέας: να αισθάνεται ότι το έργο του ανασαίνει διαφορετικά, ανάλογα με τον αέρα του τόπου.

 

  1. Γράφετε τόσο στα ελληνικά όσο και στα αλβανικά. Σας συνοδεύει μια διαφορετική αίσθηση ή ψυχολογία κάθε φορά που εκφράζεστε στη μία ή στην άλλη γλώσσα;

 

Ναι, κάθε γλώσσα έχει τον δικό της ρυθμό αναπνοής, τον δικό της παλμό ύπαρξης.
Όταν γράφω στα ελληνικά, νιώθω σαν να βουτώ στο φως – η σκέψη αποκτά μεταφυσική καθαρότητα, σχεδόν μυσταγωγική. Η ελληνική γλώσσα είναι για μένα μια πνευματική τελετουργία, ένας τρόπος να μιλήσω με το άρρητο.
Όταν γράφω στα αλβανικά, η φωνή μου κατεβαίνει στη γη. Είναι ενστικτώδης, σάρκινη, πιο γηινής. Και οι δύο γλώσσες δεν με χωρίζουν· με ολοκληρώνουν.

 

  1. Πώς θεωρείτε ότι η διγλωσσία διαμορφώνει τη συγγραφική σας ταυτότητα; Πρόκειται για πρόκληση ή για προνόμιο;

 

Η διγλωσσία είναι το μεγάλο μου προνόμιο — και η πιο γλυκιά μου πρόκληση.
Με έμαθε να βλέπω τον κόσμο μέσα από δύο καθρέφτες που δεν δείχνουν ποτέ το ίδιο είδωλο. Έτσι, έμαθα να αμφισβητώ, να ξαναγράφω, να μεταφράζω τον εαυτό μου.
Η διγλωσσία δεν είναι τεχνική κατάσταση, είναι ψυχική διάσχιση: μετακινεί τις έννοιες, τις μεταμορφώνει.
Όταν γράφω, ακούω πάντα την άλλη γλώσσα να αναπνέει από μέσα· αυτή η εσωτερική πολυφωνία είναι το πραγματικό μου σπίτι.

 

  1. Ο Νίκος Καζαντζάκης αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς στη δράση σας. Τι σημαίνει για εσάς η μελέτη και η προώθηση του έργου του; Πώς συνομιλεί ο Καζαντζάκης με τη δική σας ποίηση;

 

Από το 2009 διατελώ πρόεδρο του παραρτήματος Αλβανίας της Διεθνούς Εταρείας των Φίλων του Νίκου Καζαντζάκη. Ο Καζαντζάκης είναι για μένα ένα σύμπαν πνευματικής ελευθερίας. Δεν είναι απλώς ένας συγγραφέας· είναι μια ηθική στάση ζωής.
Η μελέτη του έργου του με έμαθε ότι η δημιουργία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά αγώνας – ανάβαση, «ανήφορος».
Στην ποίησή μου, ο Καζαντζάκης υπάρχει ως πνεύμα αντίστασης και μεταμόρφωσης. Όπως εκείνος ανυψώνει το σώμα προς το πνεύμα, έτσι κι εγώ αναζητώ το φως μέσα από την ύλη, τη λύτρωση μέσα από την επιθυμία.
Μέσα από το έργο του έμαθα πως ο άνθρωπος σώζεται μονάχα όταν δημιουργεί – και όταν αγαπά.

 

  1. Η ποίηση, σε μια εποχή γεμάτη ταχύτητα και πληροφορία, τι ρόλο μπορεί να παίξει; Τι είναι αυτό που σας ωθεί να συνεχίζετε να εκφράζεστε ποιητικά;

 

Η ποίηση είναι ο πιο αργός και πιο αληθινός τρόπος επικοινωνίας.
Σε έναν κόσμο που φωνάζει, η ποίηση ψιθυρίζει· και ακριβώς γι’ αυτό ακούγεται πιο καθαρά.
Δεν γράφω ποίηση για να εξηγήσω, αλλά για να σώσω το άρρητο, αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί με άλλον τρόπο.
Η ποίηση είναι ο ρυθμός του εσωτερικού μας χρόνου.Με ωθεί η ανάγκη να κατοικήσω τη γλώσσα, να την αγγίξω μέχρι εκεί που γίνεται σώμα και φως.

 

  1. Πώς βλέπετε τη θέση της γυναίκας ποιήτριας στον βαλκανικό χώρο σήμερα; Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, ένα κοινό γυναικείο βλέμμα στη λογοτεχνία της περιοχής;

 

Ναι, υπάρχει ένα κοινό βλέμμα — το βλέμμα της μνήμης και της αντίστασης.Οι γυναίκες ποιήτριες των Βαλκανίων κουβαλούν στο λόγο τους όχι μόνο το προσωπικό τραύμα, αλλά και το συλλογικό. Εμείς γράφουμε με τη συνείδηση της Ιστορίας, με το σώμα της γης, με τη μνήμη της βίας και της επιβίωσης.
Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή τη σκοτεινή ύλη, υπάρχει ένα φως θηλυκό — μια ανάγκη για τρυφερότητα, για συμφιλίωση, για ελευθερία.
Σε αυτό το πλαίσιο, νιώθω περίφανη που έδωσα φωνή να μιλήσουν στα Αλβανίκα,μεταφράζοντας 160 Ελληνίδες ποιήτριες. Αυτή είναι μια πρόσφατη έκδοση στα Αλβανικά της μεγάλης ποιητικής συλλογής “Το άλλο μισό του ουρανού”. Εκδόσεις Ζήτρος.

 

  1. Τέλος, τι είναι αυτό που σας συνδέει βαθύτερα με τα Βαλκάνια; Πώς αποτυπώνεται αυτή η σχέση στο έργο σας και στη ζωή σας ως δημιουργού και μεταφράστριας;

 

Τα Βαλκάνια για μένα δεν είναι γεωγραφία· είναι μνήμη, τραύμα και ποίηση μαζί.
Είναι οι φωνές των γλωσσών που μπλέκονται, οι μυρωδιές των εποχών, οι σιωπές των ανθρώπων που έμαθαν να επιβιώνουν μέσα στην ιστορία.
Είμαι παιδί αυτής της γης — ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.Κι αυτή η ένταση, αυτή η αντίφαση, είναι η ίδια η ποίησή μου.

 

Η Μακλένα Νίκα εκπροσωπεί μια γενιά δημιουργών που δεν περιορίζονται από τα σύνορα της γλώσσας ή της γεωγραφίας. Αντίθετα, χτίζουν πολιτισμικές γέφυρες μέσα από το βίωμα, την ποίηση και τη μετάφραση. Το έργο της υπενθυμίζει ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργεί ως τόπος συνάντησης λαών, ιστοριών και ψυχών.