Μπούκα Μεσσήνης – Εκεί που οι καλύβες φύλαγαν τα όνειρα του καλοκαιριού

Γράφει ο Γιάννης Λάσκαρης

Κάποτε η παραλία της Μπούκας, εκεί που σμίγει ο Πάμισos με τη θάλασσα, ήταν ένα τοπίο σιωπής και απλότητας. Στήνονταν καλύβες, όχι για το θεαθήναι, αλλά για το είναι. Ξύλινα καταλύματα χτισμένα με πρόχειρα υλικά και περίσσια αγάπη. Εκεί παραθέριζαν οικογένειες, συγγενείς και φίλοι, όχι για πολυτέλεια, αλλά για να νιώσουν τον χρόνο να απλώνεται σαν πετσέτα πάνω στην άμμο. Κάθε πρωινό, μια νέα υπόσχεση· κάθε δειλινό, μια σιωπηλή ευγνωμοσύνη για το λίγο που ήταν τόσο πολύ.
Σήμερα, η Μπούκα εξακολουθεί να γοητεύει. Η διαχρονική της ομορφιά προσελκύει οικογένειες, περαστικούς, εραστές της θάλασσας. Οι σκιές των δέντρων ακόμα χορεύουν με το αεράκι, το φως ακόμα καθρεφτίζεται στα ρηχά νερά, οι παιδικές φωνές ακόμα ζωντανεύουν τις αυγουστιάτικες μεσημεριές. Κι όμως, πίσω από την ομορφιά υπάρχει κι ένας ψίθυρος ανησυχίας.
Γιατί η Μπούκα, όπως και τόσοι άλλοι ευλογημένοι τόποι, μοιάζει να στέκει ακίνητη στον χρόνο. Οι υποδομές, οι παρεμβάσεις, οι στοιχειώδεις φροντίδες – όλα μοιάζουν να έρχονται με τον αργό ρυθμό μιας εποχής που δεν προλαβαίνει τις ανάγκες. Σαν να περιμένει κι αυτή, υπομονετικά, να τη θυμηθούν εκείνοι που μπορούν να τη στηρίξουν χωρίς να την αλλοιώσουν.
Η Μπούκα δεν ζητά πολυτελή θέρετρα. Ζητά φροντίδα, αγάπη, ένα όραμα με ρίζες και φτερά. Να μπορείς να κάθεσαι σ’ ένα παγκάκι και να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα, να νιώθεις ασφάλεια και καθαριότητα, να χαίρεσαι την απλότητα χωρίς να παρακαλάς για τα αυτονόητα. Ζητά συνείδηση – όχι μόνο για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και για την πολιτισμική της συνέχεια. Γιατί εδώ δεν παραθερίζαμε μόνο, εδώ χτίζαμε αναμνήσεις.
Μια παραλία είναι το κάτοπτρο μιας κοινωνίας. Κι αν η Μπούκα μας επιστρέφει ακόμα την ομορφιά της, είναι στο χέρι μας να της επιστρέψουμε την φροντίδα που της αξίζει.