Μέγαρο Χορού Καλαμάτας, ο κοιμώμενος γίγαντας.

Οι σύγχρονες πόλεις καλούνται πλέον να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με τον πολιτισμό, όχι μόνο ως στοιχείο ταυτότητας αλλά και ως εργαλείο ανάπτυξης. Οι πολιτιστικοί χώροι — θέατρα, μέγαρα, μουσεία — δεν αποτελούν απλώς υποδομές φιλοξενίας εκδηλώσεων. Μπορούν να λειτουργήσουν ως πυρήνες εξωστρέφειας, καινοτομίας και οικονομικής δραστηριότητας.

ΑΡΘΡΟ ΓΝΩΜΗΣ: FARENEWS.GR Του Αναστάσιου Στέλλα

Μια ορθά σχεδιασμένη πολιτιστική στρατηγική μπορεί να μετατρέψει έναν τέτοιο χώρο σε σημείο αναφοράς για επισκέπτες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Μέσα από στοχευμένο προγραμματισμό, συνεργασίες με διεθνείς καλλιτέχνες και φεστιβάλ, καθώς και τη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου καλλιτεχνικού προϊόντος, οι χώροι αυτοί μπορούν να προσελκύσουν πολιτιστικό τουρισμό υψηλής ποιότητας. Αυτός ο τουρισμός, πέρα από το προφανές πολιτιστικό όφελος, δημιουργεί σημαντικά οικονομικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα: ενίσχυση της τοπικής αγοράς, αύξηση της πληρότητας των καταλυμάτων, ενίσχυση της εστίασης και αναβάθμιση της συνολικής εικόνας της πόλης.

Αρκεί να αναφέρθεί κάτι πολύ πρόσφατο για να μπορέσει να γίνει κατανοητό όλο το παραπάνω. Στην πρόσφατη συναυλία των Metalicaστην Αθήνα, μόνο για την περίοδο της συναυλίας είχαμε 22.000 κρατήσεις στα ξενοδοχεία της πόλης. Αν αυτό δεν δείχνει μια οικονομική ανάπτυξη γύρω από πολιτιστικά events, τότε τί άλλο;

Ωστόσο, η ύπαρξη των υποδομών από μόνη της δεν αρκεί. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η διαχείρισή τους. Χωρίς στρατηγική, όραμα και επαγγελματισμό, ακόμα και οι πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις κινδυνεύουν να μετατραπούν σε ανενεργά κελύφη με περιορισμένη απήχηση.

Το μέγαρο χωρού Καλαμάτας – ένα έργο με προοπτική

Το Μέγαρο Χορού Καλαμάτας αποτελεί μια από τις σημαντικότερες πολιτιστικές επενδύσεις στην περιφέρεια της Ελλάδας. Η δημιουργία του εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης της πολιτιστικής υποδομής της χώρας και, ειδικότερα, της ανάδειξης της Καλαμάτας ως κέντρου σύγχρονου χορού, αξιοποιώντας το ήδη καταξιωμένο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού.

Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, με χρηματοδότηση που συνδέθηκε με ευρωπαϊκά και εθνικά προγράμματα ανάπτυξης. Το έργο σχεδιάστηκε ώστε να καλύψει τις ανάγκες φιλοξενίας τόσο μεγάλων διεθνών παραγωγών όσο και εγχώριων καλλιτεχνικών σχημάτων.

Η όλη λογική της κατασκευής τέτοιον χώρων όπως και το Μέγαρο Μουσικής στην Κοζάνη, είχε να κάνει με μια πολιτιστική αποκέντρωση έτσι ώστε όχι μόνο τα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, να είναι οι πηγές παραγωγής πολιτισμού, αλλά και η επαρχία να μπορεί να απολαμβάνει και να επωφελείται από την πολιτιστική ανάπτυξη.

Σε επίπεδο υποδομών, διαθέτει σύγχρονες σκηνικές εγκαταστάσεις, μεγάλη και μικρότερη αίθουσα παραστάσεων, καθώς και βοηθητικούς χώρους για πρόβες και παραγωγές. Η αρχιτεκτονική του και ο τεχνολογικός εξοπλισμός του επιτρέπουν τη φιλοξενία απαιτητικών καλλιτεχνικών έργων, μπαλέτου, σύγχρονου χορού ακόμη και οπερατικών έργων, καθιστώντας το — τουλάχιστον σε επίπεδο δυνατοτήτων — έναν χώρο με διεθνείς προδιαγραφές.

Ο αρχικός του σκοπός ήταν σαφής: να λειτουργήσει ως μόνιμη βάση πολιτιστικής δραστηριότητας, να επεκτείνει τη δυναμική του Φεστιβάλ Χορού σε όλη τη διάρκεια του έτους και να συμβάλει ενεργά στην πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη της πόλης.

Καλλιτεχνική δραστηριότητα — δυνατότητες και πραγματικότητα

Κατά τη διάρκεια των ετών λειτουργίας του, το Μέγαρο Χορού έχει φιλοξενήσει αξιόλογες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, κυρίως στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Το φεστιβάλ εξακολουθεί να αποτελεί έναν θεσμό με διεθνή αναγνώριση, φέρνοντας στην πόλη σημαντικούς δημιουργούς και ομάδες από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Πέραν όμως της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, η καλλιτεχνική δραστηριότητα εμφανίζεται περιορισμένη και αποσπασματική. Οι αυτόνομες παραγωγές ή οι συνεργασίες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια σταθερή ροή ποιοτικού πολιτιστικού περιεχομένου κατά τη διάρκεια του έτους είναι συγκριτικά λίγες, σχεδόν ανύπαρκτες.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: ένας χώρος υψηλών προδιαγραφών να αξιοποιείται εντατικά για λίγες εβδομάδες ετησίως, ενώ για το υπόλοιπο διάστημα παραμένει υπο απασχολούμενος. Αυτό δεν συνάδει με τον αρχικό του σχεδιασμό ούτε με τις δυνατότητες που προσφέρει.

Η έλλειψη συνέχειας στον προγραμματισμό, η απουσία ισχυρών συνεργασιών με άλλα ιδρύματα και η περιορισμένη εξωστρέφεια προς διεθνή δίκτυα φαίνεται να περιορίζουν τον ρόλο του χώρου σε ένα στενότερο πλαίσιο από εκείνο που θα μπορούσε να επιτύχει.

Η σημασία της καλλιτεχνικής διαχείρισης

Η λειτουργία ενός πολιτιστικού οργανισμού αυτού του μεγέθους δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στη διαχείριση της καθημερινότητας. Απαιτείται μια συγκροτημένη καλλιτεχνική διεύθυνση, που να συνδυάζει δημιουργικό όραμα με διοικητική επάρκεια.

Η καλλιτεχνική διαχείριση τέτοιων χώρων περιλαμβάνει:

  • τον στρατηγικό σχεδιασμό του προγράμματος,
  • την ανάπτυξη συνεργασιών με εγχώριους και διεθνείς φορείς,
  • τη διαμόρφωση ταυτότητας του χώρου,
  • την εξεύρεση πόρων και τη βιωσιμότητα των παραγωγών,
  • την προσέλκυση κοινού.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής — ή η ομάδα που αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο — καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στο καλλιτεχνικό όραμα και στην πρακτική υλοποίησή του. Πρόκειται για έναν ρόλο που απαιτεί σύνθετα προσόντα: βαθιά γνώση των παραστατικών τεχνών, εμπειρία στη διοίκηση πολιτιστικών οργανισμών, δικτύωση σε διεθνές επίπεδο και ικανότητα στρατηγικού σχεδιασμού.

Όταν αυτή η ισορροπία επιτυγχάνεται, ένας πολιτιστικός χώρος μπορεί να εξελιχθεί σε ζωντανό οργανισμό με συνεχές ενδιαφέρον και επιρροή. Όταν όμως απουσιάζει, ακόμη και οι καλύτερες υποδομές αδυνατούν να αποδώσουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Είναι, επομένως, κρίσιμο να διασφαλίζεται ότι η διοίκηση τέτοιων οργανισμών ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις του πολιτιστικού management, ώστε να αξιοποιούνται πλήρως οι δυνατότητες που προσφέρονται.

Επίλογος

Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι αν μια πόλη διαθέτει τις υποδομές, αλλά αν έχει την ικανότητα και τη θέληση να τις αξιοποιήσει. Το Μέγαρο Χορού Καλαμάτας δεν στερείται ούτε ποιότητας ούτε δυνατοτήτων· στερείται, όμως, μιας συνεκτικής κατεύθυνσης που θα το εντάξει ουσιαστικά στον πολιτιστικό και οικονομικό χάρτη της πόλης.

Η επένδυση έχει ήδη γίνει — και μάλιστα σε ένα επίπεδο που λίγες περιφερειακές πόλεις μπορούν να διεκδικήσουν. Αυτό που απομένει είναι η ουσιαστική ενεργοποίησή της. Και αυτή δεν εξαρτάται από τις υποδομές, αλλά από τους ανθρώπους, την θέλησή τους, το όραμά τους και τις ικανότητες τους που καλούνται να τις καθοδηγήσουν.

Η συζήτηση, επομένως, δεν πρέπει να εξαντλείται στη διαπίστωση της σημερινής κατάστασης, ούτε στο «πως θα βρεθούν τα χρήματα», αλλά να ανοίγει με σοβαρότητα το ερώτημα του «πώς από εδώ και πέρα». Γιατί κάθε πολιτιστικός χώρος που δεν αξιοποιείται πλήρως δεν αποτελεί απλώς μια χαμένη ευκαιρία· αποτελεί μια χαμένη δυνατότητα για την ίδια την πόλη να εξελιχθεί.

Και, ίσως, η πιο ουσιαστική πρόκληση δεν είναι το τί έγινε στο παρελθόν, αλλά η ευθύνη που έχουμε για το τι θα κάνουμε τελικά στο μέλλον.