Έρευνα του αρθρογράφου για τις Αποκλείστρες στη Στερεά Ελλάδα, από τη Μεγάλη Αποκλείστρα της Καστανιάς και του Βάλτου έως τα σπήλαια της Ναυπακτίας και της Δωρίδας.
FARENEWS.GR: ΑΡΘΡΟ ΕΡΕΥΝΑΣ
Του Μάκη Εξαρχόπουλου
Δημοσιογράφου – Ερευνητή
Κατά τη διάρκεια τής Επανάστασης τού 1821 ο άμαχος πληθυσμός, δηλαδή τα γυναικόπαιδα, οι ασθενείς και οι ηλικιωμένοι υπέφεραν τα πάνδεινα όσο οι άντρες πολεμούσαν μακριά από τον τόπο τους. Οι άμαχοι ήταν διαρκώς εκτεθειμένοι στις επιδρομές, στην εκτεταμένη λεηλασία, στη σκλαβιά και στην αδυσώπητη σφαγή από τους Τούρκους και τους Αλβανούς.
Ταυτόχρονα, όμως, κινδύνευαν κι από τους ατίθασους Έλληνες αγωνιστές, που εύκολα έκαναν πλιάτσικο στα χωριά, λόγω αδυναμίας τής σχεδόν ανύπαρκτης Κεντρικής Διοίκησης να τροφοδοτεί τα μαχόμενα σώματα των επαναστατημένων Ελλήνων.
Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η αναζήτηση χώρων καταφυγής, που παρείχαν ασφάλεια στους κατοίκους, κυρίως τής υπαίθρου. Οι χώροι αυτοί στη Δυτική Στερεά Ελλάδα ονομάστηκαν Αποκλείστρες, από το ρήμα αποκλείω και την παραγωγική κατάληξη -τρα.
Οι Αποκλείστρες, λοιπόν, ήταν υπαίθριοι χώροι καταφυγής σε ημιορεινές ή ορεινές περιοχές, αλλά και βαλτονησίδες των λιμνών και των εκβολών ποταμών, καθώς και μικρά ή μεγάλα σπήλαια.
Τα χαρακτηριστικά κάθε Αποκλείστρας ήταν η οχυρωμένη θέση της σε περίκλειστη περιοχή, απροσπέλαστη από τον εχθρό, σχεδόν απόρθητη, με μία μόνο είσοδο, που μπορούσε να φρουρηθεί αποτελεσματικά από λίγους άνδρες, όπου μπορούσαν να εγκατασταθούν και να διαβιώσουν χιλιάδες ψυχές.
Στις Αποκλείστρες αναφέρονται κάποιες προφητείες τού Κοσμά τού Αιτωλού, όπως: “καλότυχα τα βουνά, πόσες ψυχές θα σώσουν” και “ καλότυχοι που θα είναι στα βουνά , θ΄ ακούν τον πόλεμο και δεν θα τον βλέπουν”.
Αποκλείστρες υπήρχαν μόνο στη Στερεά Ελλάδα, ενώ στην Πελοπόννησο, στην Κρήτη και στα νησιά οι κάτοικοι κατέφευγαν σε σπήλαια στις ορεινές περιοχές.
Ο Αμερικανός φιλέλληνας Σάμιουελ Χάου γράφει στο Ημερολόγιό του για τους χώρους καταφυγής στην Πελοπόννησο: “Κατέφυγον εις τα ορεινά καταφύγιά των εντός των σπηλαίων. Εις πάσαν ορεινήν θέσιν εξησφαλισμένην υπό τού εχθρικού ιππικού, ευρίσκονται συνηθροισμένα απειράριθμα πλήθη γερόντων και γυναικοπαίδων, δεινώς πασχόντων εξ ελλείψεως τροφών και ενδυμάτων. Διαμένουσιν εντός μικρών σπηλαίων και προχείρων καλυβών. Γυμνόποδες και ρακένδυτοι περιπλανώνται εις τους βράχους προς συλλογήν σαλιγκαρίων και χόρτων δια να κορέσωσι την διαβρωτικήν πείναν των”.

Το μονοπάτι, που οδηγεί στη Μεγάλη Αποκλείστρα τής Καστανιάς.
Η Μεγάλη Αποκλείστρα τής Καστανιάς
Ο στρατηγός Σπυρομήλιος στα “Απομνημονεύματά” του μιλάει για τις Αποκλείστρες τής Δυτικής Ελλάδας κι αναφέρει τις δύο μεγαλύτερες, του Καρπενησίου και του Βάλτου. Όμως, αυτή τού Καρπενησίου είναι αρκετά μακριά από το Καρπενήσι. Βρίσκεται μεν στην Ευρυτανία, αλλά στην περιοχή τού Προυσού, ανατολικά τής ιστορικής Μονής τής Παναγίας τής Προυσιώτισσας και ΝΑ τού χωριού Καστανιά. Βρίσκεται, δηλαδή, μεταξύ των τριών επαρχιών, Απόκουρου, Κραβάρου και Καρπενησίου.
Στην εφημερίδα “Ελληνικά Χρονικά”, που εξέδιδε στο Μεσολόγγι ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ, στο φύλλο τής 28ης Μαϊου 1824, υπάρχει μια σύντομη περιγραφή τής Μεγάλης Αποκλείστρας τής Καστανιάς. Αναφέρει ότι περιβάλλεται από απροσπέλαστους βράχους, έχει ευρυχωρότατη έκταση, που χωράει 5.000 οικογένειες, κι ακόμη έχει νερά ικανά για την κατασκευή μύλων και μια μοναδική είσοδο. Έχει, επίσης, μια αποθήκη τροφίμων, ένα μικρό φρούριο στην είσοδο κι έναν μύλο.

Η Μεγάλη Αποκλείστρα τής Καστανιάς στην Ευρυτανία
Όλ΄ αυτά την καθιστούν απόρθητη και ικανή ν΄ αντέξει σε μακροχρόνια πολιορκία χωρίς ενόχληση, ενώ στα πεδινά τμήματα, που εμπεριέχει, μπορεί να τρέφεται μεγάλος αριθμός ζώων. Η εν λόγω Αποκλείστρα φαίνεται ότι ήταν γνωστή από τις πρώτες εισβολές στη Δυτική Ελλάδα, μετά την κήρυξη της Επανάστασης, το 1821.
Τον Μάϊο του 1824, η Διοίκηση αποφασίζει να την οχυρώσει, αναθέτοντας το έργο αυτό στον Γεώργιο Λέλη από το Καρπενήσι. Ο Γ. Λέλης σε αναφορά του προς τον Γενικό Διευθυντή τής Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, στις 2 Ιουνίου 1824, περιγράφει εκτεταμένα τόσο την Αποκλείστρα, όσο και τις εργασίες, που έγιναν για την οχύρωσή της: “Η Αποκλείστρα, γράφει, είναι έν πλάγιον ήμερον βουνόν εις τρίγωνον σχήμα (…) έχουσα ύψος υπέρ τους 300 πήχεις (…) γίνεται ως μία νήσος, και με ολίγην φυλακήν, με μόνον εκατόν άνδρας κατασταίνεται απόρθητος (…) η δε είσοδός της είναι πλησίον τού υψηλοτέρου μέρους και αυτή δεν έχει ειμή δύω πηχών πλάτος δια μέσου βράχων, και μόνον τρεις άνθρωποι εμποδίζουν το έμβασμα. (…) Τρεις χιλιάδες οικογένειαι χωρούν να κατοικήσωσι, και εν καιρώ ανάγκης κατοικούν ως πέντε χιλιάδες (…) και υπέρ τας εξ χιλιάδας ζώα, οπόταν χρειασθούν να κλείσουν προς τροφήν των, χίλια πεντακόσια όμως ημπορούν να τρέφωνται δια όλον το καλοκαίρι (…)”.
Σ΄ αυτό το “ήμερον βουνόν”, στον χώρο τής Αποκλείστρας, υπήρχε κι εκκλησία, αφιερωμένη στην Αγία Παρασκευή, ερείπια τής οποίας διατηρούνται μέχρι σήμερα. Πιθανολογείται ότι εδώ μεταφέρθηκε γι ασφάλεια η θαυματουργός εικόνα τής Παναγίας τής Προυσιώτισσας. το 1825.
Πάνω από την είσοδο του μονοπατιού, που ονομαζόταν Φρά(γ)μα και οδηγούσε στην Αποκλείστρα, υπήρχαν συγκεντρωμένοι ογκόλιθοι, που τους κυλούσαν από ψηλά οι γυναίκες, αν ποτέ έφθαναν εδώ οι Τούρκοι.
Τον Σεπτέμβριο του 1824, η Διοίκηση διόρισε Φρούραρχο της Αποκλείστρας τον Δημήτριο Γουβέλη από τον Προυσό, με 75 στρατιώτες, που τους συντηρούσε με δικά του έξοδα. Στη Μεγάλη Αποκλείστρα της Καστανιάς, ψηλά σ΄ έναν απόκρημνο βράχο, υπάρχει και η Μεγάλη Σπηλιά. Εδώ τοποθετείται, σύμφωνα με τον ποιητή Λυκόφρονα τον Χαλκιδέα, τον Αριστοτέλη τον Σταγειρίτη και τον Νίκανδρο τον Κολοφώνιο, το αρχαίο Μαντείο το αφιερωμένο στον ομηρικό Οδυσσέα.

Η Αποκλείστρα τού Βάλτου στη Μηλιά, κοντά στον Εμεπεσό.
Η Αποκλείστρα τού Βάλτου
Η δεύτερη Αποκλείστρα, που αναφέρει ο Σπυρομήλιος, είναι του Βάλτου. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα τής Αιτωλοακαρνανίας, στα όρια με την Ευρυτανία, στο τμήμα τού νομού, που ονομάζεται Βάλτος, όπου κυριαρχούν τα ομώνυμα όρη τού Βάλτου. Πιο συγκεκριμένα, η Αποκλείστρα καταλαμβάνει μια μεγάλη έκταση στη βόρεια πλευρά τού όρους Καλάνα, κοντά στα χωριά Εμπεσός και Περδικάκι στην περιοχή τού Χαλκιόπουλου.
Νότια και δυτικά περιβάλλεται από πελώριους και κάθετους βράχους τού όρους Καλάνα. Ψηλά, στην κορυφή των βράχων, υπάρχει η σπηλιά, όπου μόνασε ο Άγιος Ανδρέας ο Ερημίτης, από το Μονοδένδρι τής Ηπείρου, τον 13ο αιώνα, η οποία έχει μετατραπεί σ΄ εκκλησία.
Βόρεια κι ανατολικά η Αποκλείστρα προστατεύεται από τον ποταμό Αχελώο και τη σημερινή τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών, που βρίσκονται χαμηλότερα από το υψόμετρό της, κάτω από απότομες πλαγιές. Είναι το σημείο, όπου τα νερά τού ποταμού σχηματίζουν την πανέμορφη τεχνητή λίμνη, η οποία, φυσικά, δεν υπήρχε τον καιρό που λειτουργούσε η Αποκλείστρα. Τότε περιβαλόταν μόνο από τον Αχελώο.
Εντυπωσιακή είναι η θέα τής Αποκλείστρας από το μονοπάτι, που σε μία ευθεία οδηγεί στη σπηλιά τού Αγίου Ανδρέα, ψηλά, στην άκρη τού κάθετου βράχου. Απέναντι βλέπει κανείς τα καταπράσινα βουνά τής Ευρυτανίας με τα διάσπαρτα χωριά, τον Αχελώο, που κυλά μπροστά τους και την πανοραμική άποψη της λίμνης των Κρεμαστών.

Η Αποκλείστρα τού Βάλτου με τη λίμνη των Κρεμαστών.
Η Αποκλείστρα τού Βάλτου έγκαιρα είχε επιλεγεί ως χώρος καταφυγής, αφού είχε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Τον Φεβρουάριο του 1825 οι παραστάτες των Αγράφων, δηλαδή οι πληρεξούσιοι Αναγνώστης Διδασκάλου και Κωνσταντίνος Ζώτος, υπογράφουν ένα έγγραφο, που απευθύνεται στη Διοίκηση, με το οποίο ζητούν οικονομική ενίσχυση για τη δημιουργία υποδομών και την οργάνωση τής Αποκλείστρας.
Το έγγραφο ξεκινά με την περιγραφή τού χώρου και το προβλεπόμενο κόστος: “Εις το μέρος τού Βάλτου πλησίον τού Αχελώου ποταμού, είναι ένα όρος εκ φύσεως οχυρόν Κανάλα λεγόμενον το οποίον έχει τοποθεσίαν εκτεταμένην με περιφέρειαν ωσή ωρών εννέα εφ΄ ης κατεπείγουσα ανάγκη να γίνεται χωρητική όλων των οικογενειών και ζώων των πέριξ επαρχιών Βάλτου, Αγράφων, Ασπροποτάμου, Άρτης και λοιπών. Το οποίον δια να γίνη απόρθητον χρειάζονται να εξοδευσώσι δύο χιλιάδες τάλαρα, να οχυρωθούν τα μέρη τα οποία η φύση άφησεν ελλιπή, εν τοσούτω να γίνωσι και δύο στέρνες δια νερό και μαγαζιά δια τροφάς και πολεμοφόδια, όπου είναι και τόπος εις τας ακρώριας επίπεδος με αρκετήν έκτασιν”.
Αναφέρουν ακόμη ότι “συμφέρει εις το έθνος να έχει αυτό το προπύργιο και εις τας πλησιαζούσας επαρχίας αυτό το καταφύγιον. Επειδή όταν μετακομήσσωσι γυναίκες, παιδιά και γέροντες εις το μέρος, τότε όλοι οι νέοι οπλοφορούντες κινούνται με ελληνικόν ηρωισμόν και θάρρος κατά τού εχθρού”.
Και συνεχίζουν “Το μέρος αυτό οχυρώνεται εις διάστημα δύο μηνών και ολιγότερον, δια δε την ασφάλειαν των οικογενειών πρέπει να διορισθή από μέρος τής Διοικήσεως φρούραρχος τιμίου χαρακτήρος”.
Τέλος, το έγγραφο των Βαλτινών προς τη Διοίκηση καταλήγει “Τούτ΄ αυτό επροβλήθη δι΄ αναφοράς πέρυσι και εις την συνέλευσιν Δυτικής Ελλάδος και απεφασίσθη μεν, δεν εξετελέσθη δε δια την έλλειψη των χρημάτων και έγινε μόνον η αποκλήστρα τής επαρχίας Καρπενησίου”.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι μαζί με τη Μεγάλη Αποκλείστρα τής Καστανιάς προτάθηκε και η οχύρωση τής Αποκλείστρας τού Βάλτου, που, όμως, λόγω έλλειψης χρημάτων, δεν πραγματοποιήθηκε τότε, αφού μετά από έναν χρόνο οι Βαλτινοί επανέρχονται με νέο έγγραφο.
Μετά την Επανάσταση, στον χώρο τής Αποκλείστρας με τις καλύβες και τις υποτυπώδεις υποδομές εγκατάστασης, δημιουργήθηκε σταδιακά ένα χωριό, η Μηλιά, που κατοικήθηκε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1971, όταν την εγκατέλειψαν και οι τελευταίοι κάτοικοί της για να εγκατασταθούν στον Εμπεσό. Για αρκετά χρόνια αργότερα κάποιες οικογένειες επέστρεφαν και διαβιούσαν εκεί τους καλοκαιρινούς μήνες.
Σήμερα, στην Αποκλείστρα τού Βάλτου υπάρχει η εκκλησία τού Αγίου Δημητρίου, μια σύγχρονη εξοχική κατοικία, κάποια παλιά σπίτια και πρόχειρα καταλύματα με σταυλικές εγκαταστάσεις, που χρησιμοποιούνται, κυρίως, τους θερινούς μήνες.
Το νησί στο Λεσίνι
Το Λεσίνι είναι ένα χωριό κοντά στον Αχελώο ποταμό, λίγο πριν τις εκβολές του, εκεί όπου στην αρχαιότητα ήταν η λίμνη Κυνία. Όλη αυτή η περιοχή, γύρω από τις εκβολές τού Αχελώου, στα χρόνια τής Επανάστασης, ήταν ένας εκτεταμένος βαλτότοπος με πολλές βαλτονησίδες. Τα περάσματα, που οδηγούσαν σ΄ αυτά τα νησιά των βάλτων, ήταν γνωστά μόνο στους κατοίκους τής περιοχής. Έτσι, παρείχαν ασφάλεια σε όσους κατέφευγαν στο έδαφός τους.

Η Αποκλείστρα στο Λεσίνι.
Ένα από αυτά ήταν και το νησί τού Λεσινίου με τη Μονή τής Παναγίας τής Λεσινιώτισσας, που ιδρύθηκε το 1595 μετά την εύρεση της εικόνας τής βρεφοκρατούσας Παναγίας. Με την έναρξη τής Επανάστασης το νησάκι τής Παναγίας τής Λεσινιώτισσας λειτούργησε ως Αποκλείστρα. Πολλές οικογένειες τής περιφέρειας κατέφυγαν εκεί, όπου παρέμειναν μέχρι την απελευθέρωση από τους Τούρκους.

Το κανόνι τού κάστρου στον περίβολο τής Μονής τής Παναγίας Λεσινιώτισσας.
Στο νησί τού Λεσινίου υπήρχε και κάστρο με κανόνια, ένα από τα οποία βρίσκεται σήμερα στον περίβολο της Μονής. Το 1823, με εντολή τού Καραϊσκάκη, τοποθετήθηκε φρούραρχος στο νησί ο Δήμος Τσέλιος ή Δημοτσέλιος, ο οποίος διακρίθηκε σε μάχες με τους Τούρκους στην ευρύτερη περιοχή.
Σήμερα, ο άλλοτε απέραντος βαλτότοπος του Λεσινίου μετατράπηκε σ΄ έναν πλουτοπαραγωγικό κάμπο, που η σύσταση και το χρώμα τού εδάφους του, με τις έντονα γκρίζες αποχρώσεις, διατηρούν τις μνήμες τού παλιού βαλτότοπου.

Ο Καρφοπεταλιάς απέναντι από το Νεοχώρι, στη Ναυπακτία.
Οι Αποκλείστρες τής Ναυπακτίας
Στην ορεινή Ναυπακτία (Κράβαρα) πολλά μικρά και μεγάλα σπήλαια, αλλά και υπαίθριες θέσεις λειτούργησαν ως Αποκλείστρες καθ΄όλη τη διάρκεια τής Επανάστασης. Οι σημαντικότερες είναι οι εξής:

Η περιοχή όπου βρίσκεται ο βράχος τής Κλεπάς.
1) Ο Βράχος τής Κλεπάς. Είναι ένας απότομος κοκκινόβραχος, που βρίσκεται ανατολικά τού χωριού Κλεπά και κατεβαίνει προς τα Στενά τού ποταμού Εύηνου. Εκεί είναι και η σπηλιά, που χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο στην Επανάσταση. Εδώ οχυρώθηκε ο οπλαρχηγός Ανδρίτσος Σαφάκας το 1823, όταν οι Αρβανίτες υπό τον Σκόντρα πασά είχαν φτάσει στην περιοχή μετά τη μάχη τής Καλιακούδας και τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη. Τον Φεβρουάριο τού 1825 ο Σαφάκας ζήτησε από τη Διοίκηση γρόσια, για να οχυρώσει την Αποκλείστρα τής Κλεπάς.
2) Ο Καρφοπεταλιάς. Βρίσκεται απέναντι από το Νεοχώρι και είναι ένα απόκρημνο βουνό, που η ανάβαση σ΄ αυτό γίνεται μόνο από ένα μονοπάτι. Εκεί οχυρώνονταν οι κάτοικοι της περιοχής, κτίζοντας ταμπούρια. Όταν οι Τούρκοι, προσπαθούσαν ν΄ ανέβουν, οι οχυρωμένοι κάτοικοι κυλούσαν ογκόλιθους προς αυτούς και τους καταπλάκωναν.
3) Η Αποκλείστρα τής Δορβιτσάς. Όταν υπήρχε κίνδυνος, οι κάτοικοι τής Δορβιτσάς, που βρίσκεται στο κέντρο τής δυτικής Ναυπακτίας, και είναι αγκαλιασμένη από ψηλές βουνοκορφές, κατέφευγαν προς το κοντινό ποτάμι, στην Αποκλείστρα και στις σπηλιές στα Μαντράκια, κουβαλώντας μαζί τους το βιός τους. Σε μια σπηλιά από αυτές, το 1910, βρέθηκαν χαλκώματα κι αρκετοί κασμάδες, ενώ σε μια άλλη, το 1946, βρέθηκαν ένας μύλος τού καφέ κι άλλα οικιακά σκεύη.
4) Οι μεγάλες σπηλιές τής Κόνισκας. Οι κάτοικοι της Κόνισκας, όταν κινδύνευαν, κατέφευγαν σε μια σειρά από θέσεις, που παρείχαν ασφάλεια, όπως στον Άννινο, στη Ρηγανόλακκα, στο Μαλαβούνι, στον Μάραθο, στην Πλακολιθιά και στον Πέρα Πλάτανο. Οι δύο, όμως, μεγάλες σπηλιές, η Μαύρη Σπηλιά και η Σπηλιά τού Νικολίτσα, που βρίσκονται στη δυσπρόσιτη κι απόκρημνη νοτιοανατολική πλαγιά τού Άννινου, αποτελούσαν τις πιο αγαπημένες Αποκλείστρες των κατοίκων τής περιοχής.

Η Αποκλείστρα Παλιοκάστελα στο Νιοκαστρο τής Ναυπακτίας
5) Η Αποκλείστρα Παλιοκάστελα στο Νιόκαστρο. Βρίσκεται ψηλά, πάνω από τη Ναύπακτο, στον ορεινό όγκο τής Ναυπακτίας, κοντά στις πηγές του χειμάρρου Σκα, ανάμεσα στα χωριά Νιόκαστρο και Μαμουλάδα. Πρόκειται για μια περιοχή με απότομους βράχους, νερά, σπήλαια και φαράγγια, που μοιάζει μ΄ ένα μικρό Σούλι. Αυτό το σημείο, που ονομαζόταν από τους κατοίκους τής περιοχής Παλιοκάστελα ή Παλιοκάστελο, ίσως γιατί προϋπήρχε εκεί κάποιο μικρό κάστρο, επιλέχθηκε, για να οχυρωθεί ως Αποκλείστρα. Η επιλογή τής θέσης αυτής είναι εντυπωσιακή. Σε ύψος τριακοσίων περίπου μέτρων από τα δύο ρέματα, που την περιβάλλουν, σ΄ ένα είδος μικρής χερσονήσου, έγινε η οχύρωση. Η Αποκλείστρα είχε μία μόνη πρόσβαση από δύσβατα μονοπάτια, μέσω τού βόρειου αυχένα, και στο κέντρο της υπήρχε δεξαμενή νερού (κινστέρνα). Τα Παλιοκάστελα, στο πέρασμα τού χρόνου, συνδέθηκαν με θρύλους και παραδόσεις, αλλάμε σημαντικά ιστορικά γεγονότα τής περιοχής.

Η Αποκλείστρα Παλιοκάστελα στο Νιοκαστρο τής Ναυπακτίας
Στα τέλη Νοεμβρίου τού 1825 τα Παλιοκάστελα δέχθηκαν την επίθεση των Τούρκων, οι οποίοι συνέλαβαν τα γυναικόπαιδα, τα οδήγησαν στο κάστρο τής Ναυπάκτου και τα υπέβαλαν σε μαρτυρικό θάνατο με σούβλισμα.
Μια παράδοση για τον χαλασμό στα Παλιοκάστελα, που σώθηκε στο γειτονικό χωριό Μαμουλάδα, λέει: “Οι κάτοικοι αυτού τού χωριού είχαν πάει να εκκλησιαστούν στον Άγιο Γεώργιο, στη θέση Καμπούλια, όπου σήμερα διακρίνονται ίχνη από τα θεμέλια τού ναού. Όταν σχόλασε η εκκλησία, οι πιστοί είδαν ένα όρνιο να πετά και να στέκεται πάνω από την εκκλησία. Ένας προσκυνητής τουφέκισε το όρνιο, που έπεσε νεκρό. Τότε είδαν όλοι έκπληκτοι ότι στο στόμα του είχε ένα ανθρώπινο χέρι. Κατατρομαγμένοι διαπίστωσαν ότι το χέρι ανήκε σε Νιοκαστρίτη κι αμέσως κατάλαβαν ότι οι Τούρκοι χάλασαν τα Παλιοκάστελα”.
Οι Αποκλείστρες τής Δωρίδας
Αποκλείστρες υπήρχαν και στη Δωρίδα, που σήμερα αποτελεί τμήμα τού νομού Φωκίδας. Πολλά δυσπρόσιτα σπήλαια και σπηλιές, αλλά και υπαίθριοι χώροι σε απόκρημνες περιοχές, λειτούργησαν ως Αποκλείστρες για τον άμαχο πληθυσμό τής Δωρίδας. Τα χωριά γύρω από την Αρτοτίνα, απ΄ όπου μάλιστα καταγόταν ο Αθανάσιος Διάκος, όταν παρουσιαζόταν κίνδυνος, κατέφευγαν στην Αποκλείστρα των Βαρδουσίων, που ήταν μια σπηλιά απάτητη σε γκρεμό. Τον Μάϊο του 1825, σε μία από τις πολλές τους επιδρομές στη Δωρίδα, οι Τούρκοι έκαψαν το Λιδωρίκι. Τότε, ο κόσμος κατέφυγε στην Αποκλείστρα Κάριο, που βρισκόταν μεταξύ των χωριών Συκιά και Λευκαδίτι. Οι Τούρκοι χτύπησαν κι έκαψαν το Λευκαδίτι, αλλά δεν μπόρεσαν να πατήσουν το Κάριο. Και, όταν αργότερα οι Τούρκοι επέδραμαν στα χωριά Αγία Ευθυμία, Βουνιχώρα και Πεντεόρια, οι κάτοικοί τους κατέφυγαν άλλοι στην Αποκλείστρα Κάριο κι άλλοι στην Αποκλείστρα στα Βαρδούσια. Οι Τούρκοι έφθασαν πάλι στο Κάριο, αλλά οι σπηλιές ήταν απάτητες και οι Έλληνες αμύνονταν ακόμη και με λιθάρια.
Κείμενο-Φωτογραφίες
Μάκης Εξαρχόπουλος
Δημοσιογράφος-Ερευνητής
Βιβλιογραφία
Φώτης Ν. Αρκαδόπουλος, Η Κόνισκα στο χώρο και στο χρόνο, Έκδοση Ι.Λ.Ε.Κ.- Κόνισκα 2007
Κ. Σ. Κώνστας, Άπαντα, Τόμος 10ος, Αθήνα 1990
Γιάννη Δημ. Υφαντόπουλου, Η Αποκλείστρα τής Καστανιάς, Εφημ. Ο Καστανιώτης, έτος 25ο, αρ. φύλλου 100, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2004
Δημήτρης Λουκόπουλος, Θέρμος και Απόκουρο, Αθήνα 1990
Κωνσταντίνος Ι. Ζήσης, Η Αποκλείστρα τής Ευρυτανίας και η συμβολή των Αγραφιωτών στην Πολιορκία κι Έξοδο του Μεσολογγίου,Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Ρούμελης, Η Ρούμελη ανά τους αιώνες – Η ιστορία και το μέλλον της, 17-20 Σεπτεμβρίου 2004
Ιωάννης Γ. Νεραντζής, Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της Αιτωλοακαρνανίας στη διάρκεια της Επαναστάσεως του 1821, Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Τοπικής Ιστορίας και Πολιτισμού Τριχωνίας και Ναυπακτίας στις 9-10-11 Ιουνίου 2012, Τόμος 1
Σάμιουελ Χάου, Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1829, Βιβλιοπωλείο Νότη Καραβία, Αθήνα 1971
Σπυρομήλιου, Χρονικό τού Μεσολογγίου 1825 -1826, Εκδόσεις Γαλαξία
Ευάγγελος Κ. Τσιούνης, Η Αποκλείστρα στη Μηλιά Περδικακίου, Εφημ. Χαλκιοπουλιτών Επικοινωνία, Δεκέμβριος 2020, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2021, αρ. φύλλου 56
Ηλίας Στ. Δημητρόπουλος, Το βιβλίο τού Νιόκαστρου Ναυπακτίας, Πάτρα 2000,
1821- Μάχες στη Δωρίδα, www.lidoriki.blogspot.com
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Νόημα”,τόμος 12, Ιούνιος 2021