Ο Κώστας Γουλιάμος — διεθνώς αναγνωρισμένος ακαδημαϊκός, πρώην Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών και εκπρόσωπος της ποιητικής γενιάς του ’70 — ξεδιπλώνει μια βαθιά αναστοχαστική διαδρομή.
Με αφετηρία τα παιδικά του χρόνια στην Καλαμάτα, τις μνήμες του εμφυλίου και τη γειτονιά στο Νησάκι, ο Κώστας Γουλιάμος μιλά για τις εμπειρίες που σφυρηλάτησαν την ταξική και πολιτική του συνείδηση. Μέσα από μια πυκνή συνέντευξη, στην farenews και στην Afize Gjikondi, αναλύει τη σύγχρονη εμπορευματοποίηση του χρόνου και της ανθρώπινης ύπαρξης, τη σχέση της γνώσης με τη σοφία και την επανάσταση, καθώς και τον ρόλο της τέχνης ως πράξη ρήξης με την αλλοτρίωση.
Ένας λόγος μεστός, που συνδέει τη φιλοσοφική σκέψη του Μαρξ και του Αριστοτέλη με την ποίηση του Ρίτσου, του Μπρεχτ και του Σεφέρη, προσφέροντας ένα ουσιαστικό μάθημα ζωής και ιστορικής εγρήγορσης.

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη
-Έχετε διανύσει μια μακρά πορεία στην ακαδημαϊκή ζωή, την πολιτική σκέψη, τον πολιτισμό και τη λογοτεχνία. Αν κοιτάξετε πίσω, ποια εμπειρία αισθάνεστε ότι σας διαμόρφωσε περισσότερο
Η περίοδος των παιδικών μου χρόνων ήταν καθοριστική. Γεννήθηκα λίγο μετά το τέλος του εμφύλιου. Εποχή επικράτησης του αυταρχικού κράτους και κυβερνήσεων που επιδίδονταν σε πολιτικές διώξεις, εξορίες κι` εκτελέσεις κομμουνιστών. Κυριαρχούσε η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, του μοναρχοφασισμού και του αντικομμουνισμού. Ήταν διάχυτη η ανασφάλεια και καχυποψία μεταξύ ανθρώπων.Από την άλλη φούντωνε η φτώχεια,η μετανάστευση. Φίλοι και συγγενείς σκορπίζονταν, στα καλύτερά τους χρόνια,στα πέρατα του κόσμου.
Ζούσαμε στο Νησάκι, στην Ύδρας, σ` ένα ταπεινό σπίτι που ποτέ δεν ξεπέρασε το πένθος. Μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί τα κόκαλα του αδερφού της μητέρας μου, μαχητή της ΙΙΙ Μεραρχίας του ΔΣΕ. Τον δολοφόνησαν ταγματασφαλίτες τον Ιούνη του 1949.
Τα καλοκαίρια στον μαρτυρικό Αετό, μικρό παιδί άκουγα καθηλωμένος τραγούδια της τάβλας. Μακρόσυρτα καθώς είναι, με ξαφνικές αναπνοές και μελαγχολικό τόνο, δεν τα ξεχώριζα από τα μοιρολόγια.Μνήμες από μοιρολόγια, αντάρτικα και δημοτικά τραγούδια. Διηγήσεις για τον εμφύλιο, τον Άρη, τον καπετάν-Πέρδικα, τις εκτελέσεις του Μπελογιάννη και του Πλουμπίδη.
Το σπίτι μας ήταν σε απόσταση αναπνοής από το παγοποιείο “Όλυμπος”, τον σταθμό του τρένου, τα “ψαράκια” στην πλατεία, το λιμάνι, το εργοστάσιο Λιναρδάκη, την Ηλεκτρική, τα ερείπια του Ζαν και Ρως, τηνΕυαγγελίστρια. Μια ανάσα από τα Ταμπάκικα της προσφυγιάς, στις εκβολές του Νέδοντα. Οι δρόμοι τότε χωμάτινοι, οι υποδομές ελάχιστες. Μπροστά από το σπίτι περνούσαν ξύλινα κάρα με μεγάλες ακτινωτές ρόδες, κουβαλώντας ολημερίς σακιά.Μια μέρα, παρατηρώντας επίμονα άλογα και αγωγιάτες, με είδε η μητέρα μου.Γνωρίζοντας την περιέργειά μου, πρόλαβε την απορία μου. Το πιο σημαντικό ερώτημα,ψέλλισε, δεν είναι οι ώρες. Είναι ποιος αποφασίζει τι θα κάνουμε με τις ώρες της ζωής μας.
– Γεννηθήκατε στην Καλαμάτα και αργότερα η πορεία σας, σας οδήγησε σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς. Τι κρατά ένας άνθρωπος από τον τόπο όπου γεννήθηκε, ακόμη κι όταν ταξιδεύει πολύ μακριά;
Κρατώ τον δεμένο με τη φύση και τις εποχές χρόνο της Καλαμάτας.Τις βιωμένες εμπειρίες μιας εποχής με διαφορετική αίσθηση του χρόνου. Εμπειρίες κι αισθήσεις από έναν κόσμο που, παρά τις σκληρές μέρες και τις συνθήκες μεταμφίεσης τους, μπορούσε κανείς να διακρίνει το χρόνο της ανθρώπινης ζωής. Αργότερα, όταν ξεκίνησα να γνωρίζω τόπους και χώρες,συνειδητοποίησα πιο έντονα και πιο βαθιά την “εργάσιμη μέρα” για την οποία μιλούσε ο Μαρξ. Στον καπιταλισμό υπάρχει εκείνη η θολή γραμμή εργασίας και ζωής, όπου ο χρόνος δεν έχει όρια. Έτσι αργότερα κατάλαβα του “Γάλλου το Ρολόι”, τοπόσημο της πόλης στη γωνία Αριστομένους και Κολοκοτρώνη.Οι δείκτες του ρολογιού μετρούσαν υποχρεώσεις.
Σήμερα, η καθημερινότητα επιβάλλει τον κατακερματισμό του χρόνου. Βιώνουμε μια αδιάκοπη παρουσία του ακαριαίου. Υποταγμένοι στις ψηφιακές οθόνες και στον ψυχρό χρόνο του ρολογιού, κερδίσαμε την ταχύτητα της πληροφορίας. Όμως χάσαμε την ουσία της διάρκειας. Τη χρονικότητα της διάρκειας. Αυτός είναι ο πραγματικός χρόνος της ανθρώπινης ζωής. Παγιδευμένοι στην ψευδαίσθηση της ακαριαίας επικοινωνίας βιώνουμε σε βαθμό νεύρωσης μια αδιάκοπη σχέση με το ακαριαίο. Κερδίσαμε την ταχύτητα της στιγμής . Ωστόσο χάσαμε την ουσία της διάρκειας . Τη χρονικότητα της διάρκειας που τελικά είναι ο ουσιαστικός χρόνος της ανθρώπινης ζωής. Όχι αυτός που μετρούν τα ρολόγια. Δεν σας κρύβω πως είναι ένας από τους βασικούς λόγους που δεν φορώ ρολόι.
– Η γνώση αλλάζει τον άνθρωπο ή απλώς του αποκαλύπτει αυτό που ήδη ήταν;
Πριν από κοντά 2400 χρόνια ο Αριστοτέλης στα “Μετά τα Φυσικά” υποστήριζε πως “πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει”. Μολαταύτα, η ανθρώπινη φύση δεν είναι κάτι εγγενές ή βιολογικά προκαθορισμένο που μένει ίδιο στους αιώνες. Διαμορφώνεται και αλλάζει ανάλογα με την ιστορική περίοδο και το οικονομικό σύστημα. Επομένως η γνώση δεν συνιστά μια ουδέτερη διαδικασία. Αντιθέτως, διαμορφώνεται μέσα από κοινωνικά, οικονομικά και ιστορικά πλαίσια, που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, ερμηνεύουμε και νοηματοδοτούμε αυτό που είμαστε. Σωματοποιούμε τη γνώση, καθιστώντας την βιωμένη εμπειρία. Ως εκ τούτου, η γνώση γίνεται καταλύτης χειραφέτησης και ρήξης με ό,τι ο κυρίαρχος λόγος κανονικοποιεί. Στον “Βράχο”ο T.S.Eliot διατυπώνει ποιητικά μια οξυδερκή κριτική για την κανονικοποίηση της τεχνοκρατικής απονέκρωσης: “Πού είναι η σοφία που τη χάσαμε μέσα στη γνώση;Πού είναι η γνώση που τη χάσαμε μέσα στην πληροφορία;”
Πιστεύω βαθύτατα πως η γνώση δεν χάνεται όταν μετουσιώνεται σε ταξική συνείδηση, μετατρέποντας έτσι τη σοφία σε επαναστατική πράξη.
– Έχετε γνωρίσει την ακαδημαϊκή καταξίωση και έχετε βρεθεί σε θέσεις μεγάλης ευθύνης. Τελικά, τι θεωρείτε πραγματική επιτυχία στη ζωή;
Με τα χρόνια άλλαξε ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι την επιτυχία. Κατάλαβα πως πραγματική επιτυχία στη ζωή δεν είναι η προσωπική συσσώρευση κύρους και κοινωνικής αναγνώρισης.Άλλωστε ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται μέσα από την προσωπική του πορεία. Απεναντίας, ωριμάζει μέσα από τη συλλογική ζωή και δράση.Και αυτή η πραγμάτωση έχει μια βαθιά κοινωνική διάσταση. Επειδή ακριβώς μπορεί κανείς ν` αναγνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, να μελετήσει λάθη και αντιλήψεις, διευρύνοντας έτσι την κοινωνική του συνείδηση.
Πέραν τούτων, θα έλεγα πως η πραγματική επιτυχία βρίσκεται στην υπέρβαση της αλλοτρίωσης.Πράγμα που σημαίνει να μην πορεύεται κανείς παθητικά μέσα σ` ένα περιβάλλον που θεωρεί δεδομένο, αλλά να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη συνείδηση.Να μπορεί να μιλά αληθινά. Προς επίρρωση, επικαλούμαι μια στοχαστική αποτίμηση του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Έλεγε πως θα πρέπει να ζήσουμε αληθινά για να ξαναμιλήσουμε αληθινά.Σε αυτή τη διαδικασία, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο την ικανότητα ανιδιοτελούς αναγνώρισης του λάθους.
-Υπάρχει κάποια αποτυχία ή κάποια δύσκολη στιγμή που σήμερα, με την απόσταση του χρόνου, θεωρείτε ότι σας έκανε σοφότερο;
Για πάνω από σαράντα χρόνια εργάζομαι και ζω εκτός Ελλάδας. Είμαι ευτυχής που ήρθα σε επαφή και συνεργάστηκα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με σημαντικούς διανοητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες που σημάδεψαν τη σκέψη, τα γράμματα και τις τέχνες της εποχής μας. Μέσα από τη βαθιά φιλία και συνεργασία μας, όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι, ταπεινοί ως είναι, μ’ έμαθαν να βελτιώνω το μέγεθος της άγνοιάς μου. Αυτό συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο όσο περνούν τα χρόνια. Εξάλλου η γνώση δεν μετριέται μόνο με όσα γνωρίζουμε, αλλά και με όσα έχουμε την ταπεινότητα να αναγνωρίσουμε πως αγνοούμε.Επίσης,η ίδια η πορεία της ζωής μου με οδήγησε σε μια βαθιά συνειδητοποίηση ότι με το ΚΚΕ μεγαλώνει η πάλη και δυναμώνει η βεβαιότητα για το “μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό”, τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
– Πολλοί άνθρωποι κυνηγούν την επιτυχία και ξεχνούν την ευτυχία. Εσείς πώς θα ορίζατε την ευτυχία σήμερα;
Προσεγγίζω το σκεπτικό σας, καταθέτοντας ένα βασικό ερώτημα. Τι είδους αξιακό σύστημα καλλιεργούμε και τι είδους κοινωνία χρειαζόμαστε ώστε η έννοια της επιτυχίας να μην εξαρτάται από το αν κάποιος ή κάποια κέρδισε στον ανταγωνισμό;
Στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα του 20ου αιώνα η επιτυχία σήμαινε κατάκτηση μιας θέσης μέσα στην κοινωνία. Σήμερα σημαίνει να μετατρέψεις τον ίδιο σου τον εαυτό σε κεφάλαιο, σε εμπορική επωνυμία. Ο άνθρωπος στον καπιταλισμό του 21ου “επενδύει” στον εαυτό του, γι` αυτό και κρίνεται από τις δεξιότητές του να παραμένει διαρκώς ανταγωνιστικός. Έτσι η αποτυχία του μεταφράζεται σε ατομική ενοχή. Πρόκειται για θλιβερή κατάσταση πραγμοποίησης, καθότι ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ούτε και πιστεύει ότι εκμεταλλεύεται τον εαυτό του. Αλλοτριωμένος καθώς είναι, φέρεται και συμπεριφέρεται με όρους φετιχ, ειδώλων και ονοματοσήμανσης.
Εν πάση περιπτώσει, η έννοια της επιτυχίας από τον 20ό στον 21ο αιώνα παραπέμπει σε εκκρεμές, από την κοινωνική άνοδο στην ατομική αυτοκατασκευή. Όπου ο άνθρωπος μετατρέπει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό σε ανταγωνιστικό προϊόν, εκμηδενίζοντας έτσι την ύπαρξή του στο όνομα μιας κίβδηλης επιτυχίας.
Σ` έναν έναν κόσμο φαντασμαγορίας, εμπορευμάτων, εικόνων και επιθυμιών, που παρουσιάζεται ως κάτι φυσικό και αυτονόητο,η επιτυχία αποτελεί κοινωνικά κατασκευασμένο πρότυπο.Αυτό ακριβώς υποδηλοί ο Jean-Luc Godard στην “Περιφρόνηση”,την μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων σε εμπόρευμα. Επομένως το επίμαχο ζήτημα της ευτυχίας συνδέεται άμεσα με την πάλη για χειραφέτηση από την αλλοτρίωση.
-Στην εποχή της ταχύτητας και των κοινωνικών δικτύων, έχουμε περισσότερο λόγο αλλά λιγότερο διάλογο; Έχουμε περισσότερη επικοινωνία αλλά λιγότερη ουσιαστική επαφή;
Ομολογώ πως το ερώτημά σας με οδηγεί στον “Άνθρωπο Χωρίς Ιδιότητες” του Robert Musil. Σκέφτομαι πως η τεράστια μηχανή της τεχνοκρατίας και η αίσθηση ότι ο κόσμος κινείται ταχύτερα από την ικανότητα του ανθρώπου να του αποδώσει νόημα, δεν είναι απλώς ένα σκηνικό μυθιστορήματος ή ενός κινηματογραφικού μοντάζ. Απεναντίας, διαμορφώνει έναν δυστοπικό τρόπο οργάνωσης και αντίληψης του χρόνου. Για πολλούς λόγους θεωρώ την ταχύτητα ως μια από τις μεγάλες επιδημίες της εποχής μας.
Ας μην ξεχνάμε πως ο Marx έδειξε πώς ακριβώς ο καπιταλισμός οργανώνει τον κοινωνικό χρόνο γύρω από την παραγωγή και την αξιοποίηση. Στη συνέχεια ο Benjamin αποκάλυψε πώς η νεωτερικότητα μετασχηματίζει την εμπειρία του χρόνου και της καθημερινότητας.Πριν από μια 50ετία, ο Virilio είχε αναπτύξει μια σημαντική θεωρία γύρω από την ταχύτητα, την τεχνολογία, την πολιτική και τον πόλεμο. Κεντρική του ιδέα ήταν ότι η ιστορία μπορεί να κατανοηθεί όχι μόνο μέσα από την παραγωγή και τον πλούτο, αλλά και μέσα από την επιτάχυνση των μετακινήσεων, της πληροφορίας και της στρατιωτικής ισχύος.
Σήμερα η ταχύτητα γίνεται η ίδια μηχανισμός εξουσίας.Από τον χρόνο της παραγωγής στον χρόνο της διαρκούς επιτάχυνσης, το κεφαλαιοκρατικό σύστημα μετατρέπει την ταχύτητα σε κοινωνικό καταναγκασμό. Ο άνθρωπος κινείται, ανταποκρίνεται και προσαρμόζεται αδιάκοπα στους ασύλληπτους ρυθμούς μιας διαρκούς επιτάχυνσης. Αναμφίβολα μιλάμε για μηχανισμό κοινωνικού καταναγκασμού και εργαλειακής επικοινωνίας. Η κινηματογραφική αντίληψη, λόγου χάρη του Antonioniστη “Νύχτα”, του Bergmanστην “Persona” ή του Béla Tarr στο“Άλογο του Τορίνο”εγγράφεται ως μια αλληγορία της αλλοτρίωσης και, συνακόλουθα, αποσύνθεσης του ανθρώπου και του κόσμου του.
– Τι πιστεύετε ότι έχει χάσει ο σύγχρονος άνθρωπος μέσα στην υπερβολική πληροφορία;
Οι άνθρωποι ποτέ δεν επικοινώνησαν τόσο πολύ αλλά και ποτέ δεν υπήρξαν τόσο απομακρυσμένοι. Η ταχύτητα πολλαπλασιάζει τις συνδέσεις και τις πληροφορίες. Όμως συρρικνώνει, αν δεν εξαφανίζει την ανθρώπινη επαφή. Στην εποχή μας βιώνουμε τη μετάλλαξη του ανθρώπου σε αντικείμενο των ίδιων των μηχανισμών που ο ίδιος δημιούργησε. Λογουχάρη, τα όρια ανάμεσα στον εργάσιμο και τον ελεύθερο χρόνο έχουν πλέον καταρρεύσει. Η εργασία δεν περιορίζεται πια στον χώρο και το ωράριο της παραγωγής. Επεκτείνεται στον προσωπικό χρόνο,μετατρέποντας ακόμη και τον ελεύθερο χρόνο σε πεδίο κερδοφορίας, επιδεικτικής και παρασιτικής κατανάλωσης.
Στην εποχή μας τα όρια μεταξύ οργανικού και τεχνητού γίνονται πλέον δυσδιάκριτα. Όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία, η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοτεχνολογία, τα δίκτυα, τα cyborgs, όπως και άλλα υβριδικά φαινόμενα,μεταβάλλουν τα όρια του ανθρώπινου.
Σ` ένα περιβάλλον μετανθρωπισμού, το Καβαφικό “Όσο μπορείς”, λειτουργεί εξαιρετικά ως αντίστιξη στον σύγχρονο καταναγκασμό της διαρκούς επίδοσης και επιτάχυνσης των πληροφοριών. Είμαι ωστόσο από αυτούς που πιστεύουν πως η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας από τη μια πλευρά και από την άλλη η άκριτη, μεταφυσική πεποίθηση ότι η τεχνολογική πρόοδος θα μεταφραστεί σε κοινωνική ευημερία, αποτελούν δύο όψεις της ίδιας ανιστόρητης και εννοιολογικά προβληματικής προσέγγισης. Αμφότερες παραγνωρίζουν ότι η τεχνολογία δεν αναπτύσσεται σε κοινωνικό κενό, αλλά εντός συγκεκριμένων ιστορικών, οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, που καθορίζουν τη μορφή και τις συνέπειές της.
-Η ποίηση και η φιλοσοφία μπορούν ακόμη να αλλάξουν έναν άνθρωπο ή ζούμεσε μια εποχή που δεν έχει πια υπομονή για βαθιές σκέψεις;
Στο δοκιμιακό του κείμενο “Θέσεις για τον Φόιερμπαχ”, ο Marx υποστήριξε πως οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε.
Στη δίνη του καπιταλισμού του 21ου αιώνα, η θέση του Marx αποκτά νέα ιστορική αναγκαιότητα.
Η χωροχρονική συμπίεση επιβάλλει ιλιγγιώδεις ρυθμούς και διαρκείς διασπάσεις της προσοχής που εκμηδενίζουν τον αναστοχασμό. Ταυτόχρονα, συντελείται ένας πρωτοφανής γλωσσικός ακρωτηριασμός, όπου η κοινωνική αλληλεπίδραση φθίνει καθώς περιορίζεται στη χρήση ενός χρηστικού κώδικα τετρακοσίων μόλις λέξεων. Αναφέρομαι στην επιδημία της λεξιπενίας που, σε συνάρτηση με την απουσία ταξικής συνείδησης, ευνουχίζει την αντίληψη, την κριτική κι` αισθητική ερμηνεία.
Η ποίηση δεν αλλάζει τον κόσμο από μόνη της. Όμως μετατρέπεται σε υλική δύναμη όταν αφυπνίζει την ταξική συνείδηση.Απηχώντας μια από τις πιο εμβληματικές τοποθετήσεις μαρξιστικής αισθητικής του Brecht, η ποίηση είναι μια βαθιά πολιτική πράξη.Αντίστοιχα, ο Σολωμός,ο Ρίτσος,ο Hikmet και ο Mayakovskyμετέτρεψαν την ποιητική σε λόγο ρηγμάτωσης. Αποδομώντας την ιδεολογική ηγεμονία και τον εκφραστικό αναχρονισμό, η ποίηση γίνεται ο γεννήτορας της συλλογικής πράξης. Σε αυτό το ριζοσπαστικό μονοπάτι, ο Baudelaireκαι ο Rimbaudπρολείαναν το έδαφος αισθητικά. Διέλυσαν τον εφησυχασμό της κυρίαρχης τάξης, αναδεικνύοντας το κοινωνικό περιθώριο, αξιώνοντας ταυτόχρονα την καθολική“αλλαγή της ζωής”. Αυτή η αισθητική ρήξη μετουσιώθηκε αργότερα στην ποιητική λογουχάρη της SylviaPlath, του NicolásGuillén, του DylanThomas, του PabloNeruda, τουEugenioMontaleή τουRoqueDalton. Κι` ακόμα στην AnneSexton,στον GeorgTrakl και στον πρώιμοOctavioPazπου γεφύρωσε τον μαρξισμό με τον υπερρεαλισμό.
-Έχετε ασχοληθεί με την επικοινωνία, την πολιτική και τον πολιτισμό. Πόσο εύκολο είναι σήμερα να ξεχωρίσουμε την αλήθεια από την εικόνα που δημιουργείται γύρω από αυτήν;
Το θέατρο αναδεικνύει παραστατικά τη ρευστότητα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αναπαράστασή της. Στο “Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε” του Luigi Pirandelloη αλήθεια διασπάται σε αντικρουόμενες εκδοχές. Αντίστοιχα, στο” Περιμένοντας τον Γκοντό” του Samuel Beckett, η αβεβαιότητα της μνήμης, της αντίληψης και της αναμονής καθιστά αδύνατη μια οριστική πρόσβαση στην πραγματικότητα. Θα έλεγα πως η κριτική της κυρίαρχης εικόνας δεν αποτελεί απλώς ζήτημα γνώσης, αλλά και προϋπόθεση για την αποκάλυψη των μηχανισμών που συγκροτούν την κοινωνική πραγματικότητα. Συνολικά, η εικόνα που σχηματίζουμε για την πραγματικότητα δεν αποτελεί αδιαμεσολάβητη αντανάκλαση.Απεναντίας, διαμορφώνεται μέσα από κοινωνικά και ιστορικά προσδιορισμένους τρόπους σκέψης, ερμηνείας και νοηματοδότησης. Όμως αυτοί οι τρόποι καθορίζονται μέσα σε συγκεκριμένες υλικές συνθήκες και σχέσεις εξουσίας. Συνακόλουθα, γλώσσα, θεσμοί και ιδεολογικοί μηχανισμοί παγιώνουν το λόγο της κυρίαρχης εικόνας, μέσα από την οποία οι κοινωνικές σχέσεις αποσυνδέονται από την ιστορική και υλική τους συγκρότηση κι` έτσι εμφανίζονται ως φυσική και αμετάβλητη τάξη πραγμάτων.
Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα δεν είναι μόνο πώς αναπαρίσταται η πραγματικότητα, αλλά μέσα από ποιους κοινωνικούς και υλικούς όρους συγκροτείται η κυρίαρχη εικόνα της και, βέβαια, ποια συμφέροντα ενσωματώνει. Επομένως η αναζήτηση της αλήθειας προϋποθέτει την κριτική ανασύσταση των όρων συγκρότησης της πραγματικότητας, ώστε να καταστούν ορατές οι υλικές σχέσεις, οι ταξικές αντιθέσεις και οι μηχανισμοί εξουσίας που προσδίδουν στο ιστορικά παραγόμενο την επίφαση του φυσικού και αμετάβλητου. Εν προκειμένω, ο ιστορικός υλισμός αποκαλύπτει όσα η κυρίαρχη ιδεολογία φυσικοποιεί ή κανονικοποιεί. Την ανισότητα, φερ` ειπείν, ως “αξιοκρατία”, τη φτώχεια ως ατομική αποτυχία, την εκμετάλλευση ως οικονομική αναγκαιότητα. Η αλήθεια, επομένως, δεν ταυτίζεται με ό,τι απλώς εμφανίζεται ως κανονικοποίηση ή ερμηνεύεται με όρους κοινωνικού αυτοματισμού. Απεναντίας, πρέπει να προσεγγίζεται και ν` αναλύεται μέσω της ιστορικής και κοινωνικής διερεύνησης των όρων που το παράγουν.
-Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η μεγαλύτερη πνευματική ανάγκη του ανθρώπου σήμερα;
Προσεγγίζω την πνευματική ανάγκη με όρους χειραφετητικής συνείδησης, ταξικής πάλης και διαρκούς εγρήγορσης. Η απουσία τους παραδίδει τον άνθρωπο στην άγνοια, στα φετίχ και τις δεισιδαιμονίες. Ας φέρουμε μπροστά μας τον πίνακα “Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα” του Francisco Goya, κι ας ακούσουμε την “7η Συμφωνία” του Dmitri Shostakovich.
Προέχει λοιπόν η αντικειμενική ανάγκη για χειραφετητική παιδεία, δημιουργική σκέψη, ταξική συνείδηση γι` απαλλαγή από τα δεσμά της εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης. Για ταξική πάλη ώστε να μην εγκλωβιστεί με διάφορα προσχήματα και αυταπάτες στις επιδιώξεις της δικτατορίας της αγοράς και των ιμπεριαλιστικών πολέμων.
– Με την εμπειρία που έχετε αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια, τι θα λέγατε σε έναν νέο άνθρωπο που αισθάνεται ότι δεν βρίσκει τον δρόμο του;
Η τέχνη του ερωτήματος είναι ουσιαστικό στοιχείο στον κόσμο της καθημερινής εμπειρίας.Το ερώτημα αποτελεί την αφετηρία κάθε γνήσιας αναζήτησης και, συνάμα, την κατεξοχήν δοκιμασία της σκέψης. Εισέρχεται στις βαθύτερες διαστάσεις ενός ισχυρισμού, φέρνοντας στο φως τις αντιφάσεις, τις παραδοχές και τα όριά του.
Ο Σωκράτης για παράδειγμα, δεν καταθέτει απλώς απαντήσεις, αλλά θεμελιώνει μια παιδαγωγική της σκέψης, η οποία εδράζεται στην τέχνη του ερωτήματος. Στον πλατωνικό“Θεαίτητο”, ο Σωκράτηςδιαμορφώνειθεμελιώδηερωτήματα περί της ουσίας της γνώσης.
Η αναγνώριση της άγνοιας δεν συνιστά παραίτηση από τη γνώση ούτε κατάληξη της διανοητικής πορείας. Απεναντίας, είναι το γόνιμο σημείο αφετηρίας κάθε αναζήτησης. Άλλωστε ο άνθρωπος που συνειδητοποιεί τα όρια της βεβαιότητάς του,μπορεί να διερωτηθεί ουσιωδώς, να αμφισβητήσει το αυτονόητο και αναζητήσει λόγους πέραν της απλής δοξασίας. Μπορεί ν`αναδείξει ορατές δυνατότητες που παρέμεναν αθέατες. Επομένως η τέχνη του ερωτήματος είναι ουσιώδης λειτουργία της διαλεκτικής. Ένα εύστοχο ερώτημα δύναται να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της σκέψης. Ίσως, τελικά, η πρόοδος της γνώσης να έγκειται στη βαθύτερη ικανότητά μας να θέτουμε ερωτήματα που μετασχηματίζουν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα.
-Υπάρχει κάτι που γνωρίζετε σήμερα και θα θέλατε να μπορούσατε να το ψιθυρίσετε στον νεότερο Κώστα Γουλιάμο;
Τη νηφάλια και βαθύτερη επίγνωση για την πολυπλοκότητα της άγνοιας.
Ένα από τα έργα του Francisco Goya που εκτιμώ είναι το “Aúnaprendo” (ακόμη μαθαίνω). Απεικονίζει έναν ηλικιωμένο άνδρα, ενδεχομένως μια αυτοπροσωπογραφική αλληγορία του ίδιου του Γκόγια, να προχωρά υποβασταζόμενος από δύο μπαστούνια.
– Αν η ζωή ήταν ένα βιβλίο, ποιο κεφάλαιο θα λέγατε ότι γράφετε σήμερα και ποιον τίτλο θα του δίνατε;
Θα έγραφα για τη σιωπή. Και ίσως έδινα τον τίτλο “τα πολλά πρόσωπα της σιωπής”. Αντιλαμβάνομαι τη σιωπή ως ενεργό χώρο μέσα στον οποίο γεννιέται η σκέψη, η εικόνα, ο ήχος, το συναίσθημα, το ποίημα ή ένα έργο τέχνης. Με τη σιωπή αισθάνομαι τη διαστολή και επιμήκυνση του βιωματικού μου χρόνου. Γιατί σιωπή δεν σημαίνει απουσία. Για παράδειγμα, η απουσία του ήχου στη μουσική αποκτά δύναμη και νόημα. Στο έργο «4′33″» του John Cage, η σιωπή γίνεται μουσική πράξη και μας καλεί να ακούσουμε όσα συνήθως προσπερνάμε. Στο δε έργο του Arnold Schönbergοι παύσεις και οι στιγμές σιωπής αποκτούν ιδιαίτερη δραματουργική ένταση. Η σιωπή στον κινηματογράφο με κάνει να αντιλαμβάνομαι πως η απουσία λόγου μπορεί να εκφράσει βαθύτερα συναισθήματα, όπως στο έργο του Tarkovskyή του Jean-Luc Godard.
-Κλείνοντας, ποιο είναι το σημαντικότερο μάθημα που σας δίδαξαν οι άνθρωποι, οι απώλειες, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες της ζωής;
Τίποτα δεν είναι μάταιο. Άλλωστε η αξία μιας προσπάθειας δεν κρίνεται μόνο από όσα χάσαμε ή πετύχαμε, αλλά και απ` όσα διδαχθήκαμε και συνεχίζουμε να μαθαίνουμε. Κάθε αγώνας, κάθε απώλεια και θυσία μας κάνει πιο δυνατούς. Η θυσία των 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 είναι μάθημα ιστορικής διαπαιδαγώγησης για ν` ανοίξει ο δρόμος για καλύτερες, πιο φωτεινές μέρες.

Βιογραφικό

