Το ιερό τού Ποσειδώνα στον Πόρο – Εκεί όπου σώπασε για πάντα ο μεγαλύτερος ρήτορας της Αθήνας

       Ο Πόρος, στα νοτιοδυτικά τού Σαρωνικού, είναι ένα πανέμορφο μικρό νησί, που οι λόφοι του είναι καταπράσινοι με πεύκα, ελιές, λεμονιές και πορτοκαλιές. Το όνομά του οφείλεται στο στενό θαλάσσιο πέρασμα που το χωρίζει από την Πελοπόννησο, από την ακτή τού Γαλατά, όπου βρίσκεται το περίφημο Λεμονοδάσος, στο οποίο αναφέρεται το ομώνυμο λογοτεχνικό έργο τού Κοσμά Πολίτη.

Ο γραφικός οικισμός τού Πόρου, που καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος τής μικρής νήσου Σφαιρίας από τα δυτικά.

FARENEWS.GR: ΑΡΘΡΟ ΓΝΩΜΗΣ / ΑΠΟΨΗ / ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Του  Μάκη Εξαρχόπουλου

Ο Πόρος, με σήμα κατατεθέν τον Πύργο τού Ρολογιού, που κτίστηκε το 1927 και δεσπόζει στην κορυφή τού λόφου Καστέλι έχοντας πανοραμική θέα προς τον Γαλατά, με τα γραφικά στενά ανηφορικά δρομάκια του ανάμεσα σε λευκά νησιώτικα σπίτια, στολισμένα με γλάστρες γεμάτες λουλούδια, με τα πολλά νεοκλασικά και με τα ιδιαίτερης ομορφιάς ειδυλλιακά τοπία του, εντυπωσιάζει τον επισκέπτη. Αυτή την εντύπωση κι αυτή την ειδυλλιακή χαρά περιγράφει θαυμάσια ο Αμερικανός πεζογράφος Χένρι Μίλερ στο βιβλίο του για την Ελλάδα Ο Κολοσσός τού Μαρουσιού, που εκδόθηκε το 1941 στο Λονδίνο.

Ο Πόρος αποτελείται από δύο μικρά νησάκια, που τα χωρίζει ένα κανάλι. Από την Καλαυρεία ή Καλαύρεια, που λέγεται ότι ονομάστηκε έτσι από τους καλούς ανέμους που δροσίζουν το καλοκαίρι το νησί και την κατά πολύ μικρότερη Σφαιρία, η οποία είναι ένα ηφαιστειογενές κομμάτι γης που προήλθε, όπως αναφέρεται, από έκρηξη του πανάρχαιου ηφαιστείου των Μεθάνων βορειοδυτικά τού νησιού.

Στη Σφαιρία, που πήρε το όνομά της από τον μυθικό Σφαίρο, τον ηνίοχο του άρματος του Πέλοπα, που ο τάφος του βρίσκεται στον ναό τού Αγίου Γεωργίου, είναι κτισμένος αμφιθεατρικά ο παραδοσιακός οικισμός τού Πόρου. Εδώ, κατά τη μυθολογία, η πριγκίπισσα της Τροιζήνας Αίθρα, κόρη τού βασιλιά Πιτθέα και μητέρα τού θρυλικού ήρωα Θησέα, ίδρυσε το ιερό τής Απατουρίας Αθηνάς, όπου προς τιμήν της τελούνταν τα Απατούρια, που ήταν τριήμερες γιορτές με θρησκευτικό χαρακτήρα.

Στο νότιο τμήμα τού νησιού, στην κατάφυτη πλαγιά τού βουνού απέναντι από τις ακτές της Πελοποννήσου, βρίσκεται η Μονή τής Ζωοδόχου Πηγής. Λέγεται ότι στο κτίσιμό της, το 1720, χρησιμοποιήθηκε δομικό υλικό από το ιερό τού Ποσειδώνα.

Το ιερό τού θεού των θαλασσών

Στην αρχαιότητα ο Πόρος ήταν ένα από τα ιερά νησιά τού Απόλλωνα, αλλά αργότερα περιήλθε στον θεό των θαλασσών, τον Ποσειδώνα. Ο Παυσανίας διασώζει την παράδοση ότι αρχικά η Καλαυρεία ήταν ιερό νησί αφιερωμένο στον Απόλλωνα, ενώ οι Δελφοί (Πυθώ) ανήκαν στον Ποσειδώνα, και αργότερα οι δύο θεοί αντάλλαξαν μεταξύ τους τις θέσεις.

Η εγκατάσταση του νέου θεού στο νησί επικυρώθηκε με την ανέγερση ενός ναού στα τέλη τού 6ου αιώνα π. Χ., ψηλά σ’ ένα πλάτωμα στο κέντρο τής Καλαυρείας, σε υψόμετρο 190 μ., στη θέση «Παλάτια», ανάμεσα στα βουνά Προφήτης Ηλίας και Βίγλα. Μια θέση με καταπληκτική θέα προς την Αίγινα, την Αττική και τις Κυκλάδες, απ’ όπου μπορεί κανείς να διακρίνει στα βόρεια τον όρμο τής Βαγιονιάς, με το αρχαίο λιμάνι τού νησιού, που σήμερα είναι καταποντισμένο  στη θάλασσα.

Κατά τον Στράβωνα εδώ στην Καλαυρεία ήταν η έδρα μιας Αμφικτιονίας, μιας ιερής συμμαχίας επτά πόλεων-κρατών. Οι πόλεις που την αποτελούσαν ήταν η Αθήνα, η Αίγινα, η Ερμιόνη, η Επίδαυρος, ο Ορχομενός των Μινύων, η Ναυπλία και η Πρασιάς. Εδώ συναθροίζονταν αντιπρόσωποι των επτά πόλεων, θυσίαζαν κι έπαιρναν αποφάσεις για κοινές θρησκευτικές και πολιτικές υποθέσεις, υπό την προστασία τού θεού των θαλασσών.

 

Ο όρμος τής Βαγιονιάς στο βόρειο τμήμα του Πόρου, με το αρχαίο λιμάνι τού νησιού, που σήμερα είναι καταποντισμένο στη θάλασσα.

Το τραγικό τέλος του Δημοσθένη

     Στην ιστορία αυτού του ιερού υπάρχει ένα γεγονός που το κάνει να διαφέρει από κάθε άλλο αρχαίο ιερό τού Σαρωνικού. Το γεγονός συνδέεται μ’ έναν άνθρωπο, όχι μ’ έναν θεό. Το ιερό τού Ποσειδώνα στην Καλαυρεία κατά την αρχαιότητα ήταν ένα από τα σημαντικότερα ιερά τού θεού σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο.

Ήταν ακόμη ένα φημισμένο ιερό άσυλο, που δεχόταν υπό την προστασία του όλους τους καταδιωγμένους. Ο Στράβων και ο Παυσανίας αναφέρουν ότι μέσα στον περίβολο του ναού υπήρχε ο τάφος τού Δημοσθένη, του μεγαλύτερου πολιτικού ρήτορα όλων των αιώνων.

     Ο Δημοσθένης γεννήθηκε στην Αθήνα το 384 π. Χ. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός από πατέρα. Όμως οι κηδεμόνες του σπατάλησαν μεγάλο μέρος τής πατρικής περιουσίας. Τότε, λέγεται, πως η ανάγκη να τους σύρει στα δικαστήρια, για να διεκδικήσει όσα του ανήκαν στάθηκε η αφορμή που τον έστρεψε στη ρητορική. Υπέφερε από τραυλισμό και αδύναμη φωνή. Η παράδοση θέλει να εξασκείται μιλώντας με βότσαλα στο στόμα πάνω από θορυβώδη κύματα, ώστε να δυναμώσει η φωνή του και να διορθωθεί η άρθρωσή του.

Ο Δημοσθένης, δεινός ρήτορας με σημαντικό έργο, ανέπτυξε πολιτική δράση κατά τού Φιλίππου Β΄ και των Μακεδόνων, αγωνιζόμενος με πάθος για την πόλη του, την Αθήνα. Ήταν ο άνθρωπος που είχε αφιερώσει σχεδόν όλη του τη ζωή στην πάλη ενάντια στη μακεδονική επέκταση.

Ήταν ο ρήτορας των Φιλιππικών λόγων, των 14 φλογερών πολιτικών λόγων, που εκφώνησε εναντίον τού βασιλιά Φιλίππου. Ήταν η φωνή που για δεκαετίες προσπάθησε να κρατήσει την Αθήνα όρθια απέναντι στη Μακεδονία. Ακόμη και όταν ο Μ. Αλέξανδρος κατέκτησε όλον τον κόσμο, αυτός παρέμεινε στην αντιμακεδονική παράταξη, υπερασπιζόμενος την ελευθερία των ελληνικών πόλεων και τη δημοκρατία.

Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και τη συντριπτική νίκη των Μακεδόνων, με τον Αντίπατρο και τον Κρατερό, εναντίον των συνασπισμένων ελληνικών πόλεων στη μάχη τής Κραννώνας στη Θεσσαλία, τον Αύγουστο του 322 π. Χ., κατά τον Λαμιακό πόλεμο, με πρόταση του φιλομακεδόνα ρήτορα Δημάδη ο Δημοσθένης καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ήττα των Ελλήνων σήμανε και το δικό του τέλος. Και τότε ο αντιβασιλέας των Μακεδόνων Αντίπατρος έστειλε στρατιώτες για να τον συλλάβουν. Ο Δημοσθένης κατέφυγε ικέτης στο ιερό τού Ποσειδώνα στην Καλαυρεία, γνωρίζοντας τη μακρόχρονη παράδοση του τόπου ως άσυλο.

Εκεί, μέσα στον ιερό περίβολο, τον εντόπισε ο Αρχίας, γνωστός στην εποχή του ως «φυγαδοθήρας» για τον ρόλο που είχε αναλάβει στο κυνήγι των εξόριστων ρητόρων. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ο Αρχίας προσπάθησε να τον πείσει να βγει από το ιερό με λόγια συμφιλιωτικά, υποσχόμενος πως δεν θα πάθαινε κακό αν συνόδευε τους απεσταλμένους τού Αντίπατρου. Ο Δημοσθένης τον κοίταξε ήρεμα και του απάντησε πως τώρα, επιτέλους, τον έβλεπε να υποκρίνεται ως ηθοποιός που ήταν-υπαινισσόμενος το παρελθόν τού Αρχία ως τραγικού υποκριτή-μα ποτέ δεν τον είχε πείσει ούτε στη σκηνή, ούτε τώρα.

Καθώς οι άνδρες τού Αρχία πλησίαζαν για να τον αποσπάσουν βίαια από το άσυλο, ο Δημοσθένης ζήτησε λίγο χρόνο, τάχα για να γράψει κάτι σε μια επιστολή. Αποσύρθηκε στο βάθος τού ναού, έφερε στο στόμα του ένα καλάμι που κρατούσε δήθεν για να γράψει και δάγκωσε τη μύτη του σκεπτόμενος. Μέσα στο καλάμι είχε κρυμμένο δηλητήριο, κώνειο. Ζήτησε μια στιγμή ακόμα, κάλυψε το κεφάλι του με το ιμάτιο του και όταν οι φρουροί, νομίζοντας πως δείλιασε, τον κορόιδεψαν για τον φόβο τού θανάτου, εκείνος, σύμφωνα με την παράδοση, πρόλαβε να πει πως δεν θα τους απογοήτευε σε καμία τραγωδία.

Ζήτησε να βγει από το ιερό πριν δράσει το δηλητήριο, ώστε ο θάνατός του να μη μολύνει τον χώρο τού θεού. Πρόλαβε να κάνει λίγα βήματα προς την έξοδο και σωριάστηκε νεκρός μπροστά στον βωμό τού Ποσειδώνα.  Έτσι, ο τραγικός θάνατός του επισφράγισε τον απεγνωσμένο αγώνα του κατά του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου.

Μετά από χρόνια οι Αθηναίοι τού έστησαν χάλκινο ανδριάντα στην αγορά τής πόλης τους, με επιγραφή που θύμιζε πως αν η δύναμή του ήταν ίση με τη γνώμη του, ποτέ ο Άρης ο μακεδονικός δεν θα είχε κυριαρχήσει στους Έλληνες. Όμως, τα οστά του έμειναν θαμμένα στην Καλαυρεία, μέσα στον ιερό περίβολο του ναού τού Ποσειδώνα, εκεί όπου πέθανε, κάτω από το ίδιο εκείνο βλέμμα προς την Αττική, που σήμερα απολαμβάνει ο κάθε επισκέπτης που φθάνει εδώ, στο οροπέδιο με το ιερό τού θεού των θαλασσών. Εδώ όπου ο αέρας αλλάζει, γίνεται πιο δροσερός, πιο καθαρός, κι έχει μια ελαφριά αλμύρα που ανεβαίνει από τη μακρινή θάλασσα.

Το ρητορικό έργο τού Δημοσθένη, οι δημόσιοι και οι δικανικοί λόγοι, οι Φιλιππικοί και οι Ολυνθιακοί, παραμένει ως σήμερα σημείο αναφοράς για τη ρητορική τέχνη, ενώ η στάση του απέναντι στη Μακεδονία τον καθιέρωσε στη συλλογική μνήμη ως σύμβολο αντίστασης στην ξένη κυριαρχία.

Ο όρμος τής Βαγιονιάς. Εδώ έφθαναν τα καΐκια από την Ύδρα, για να μεταφέρουν τα τεμαχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη τού ιερού τού Ποσειδώνα στο νησί τους για το κτίσιμο ενός μοναστηριού.

Περιηγητές και λογοτέχνες στον Πόρο

     Πολλοί είναι οι περιηγητές και οι λογοτέχνες, Έλληνες και ξένοι, που επισκέφθηκαν τον Πόρο. Τους είχε μαγέψει όλους η ξεχωριστή ομορφιά και η μοναδική ατμόσφαιρα του νησιού με το ιδιαίτερο φως του.

Μεταξύ των Ελλήνων λογοτεχνών που επισκέφθηκαν το νησί και άφησαν το στίγμα τους είναι: ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης, ο «εθνικός» μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, η διηγηματογράφος Ιουλία Δραγούμη, ο μυθιστοριογράφος Κοσμάς Πολίτης και οι σημαντικοί ποιητές Γιάννης Ρίτσος και Μίλτος Σαχτούρης.

Από τους ξένους λογοτέχνες ξεχωρίζουν ο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας Χένρυ Μίλλερ, που επισκέφθηκε τον Πόρο το 1939 και ο στενός του φίλος και σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας Λώρενς Ντάρελ, που συνόδευσε τον Μίλλερ στα ταξίδια του στην Ελλάδα. Ακόμη, καλλιτέχνες, όπως ο Λούσιαν Φρόϊντ και ο Τζον Κράξτον, αγάπησαν τον Πόρο και συνδέθηκαν με τον κύκλο τού Σεφέρη στο νησί.

Όσο για τους περιηγητές, ο Πόρος, γνωστός σ’ αυτούς και με το αρχαίο του όνομα Καλαυρεία έγινε ο προορισμός πολλών Ευρωπαίων περιηγητών και διπλωματών, κυρίως μετά το 1600. Αρχαιολάτρες οι περισσότεροι από αυτούς γνώριζαν την ύπαρξη του ιερού τού Ποσειδώνα με τον τάφο τού Δημοσθένη στον περίβολό του, στη μνήμη τού οποίου κατέφθαναν εδώ αναζητώντας τα ερείπια του σαν ένα είδος προσκυνήματος. Ακόμη, το ότι το ιερό βρισκόταν ανάμεσα σε πυκνά πευκοδάση, μακριά από οικισμούς, έδινε στους επισκέπτες μια αίσθηση δέους και απομόνωσης, ιδανική για το πνεύμα τού ρομαντισμού τής εποχής.

Πέρα από την αναζήτηση του ιερού, οι περιηγητές που έφθαναν στο νησί παρατηρούσαν το περίφημο Λεμονοδάσος με τις χιλιάδες λεμονιές στην απέναντι ακτή τής Πελοποννήσου, οι οποίες μοσχοβολούσαν σε όλο το στενό τού Πόρου. Πήγαιναν ακόμη στο μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής, στη νότια πλευρά τού νησιού, ενώ μετά το 1828 επισκέπτονταν και τον Ναύσταθμο, καταγράφοντας τον Πόρο ως την πρώτη επίσημη ναυτική βάση τού νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Οι σημαντικότεροι ξένοι περιηγητές που επισκέφθηκαν το ιερό τού Ποσειδώνα κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα είναι οι εξής: Ο Γάλλος χαρτογράφος Ζοσέφ Ρου (1764), ο οποίος σχεδίασε έναν από τους πρώτους λεπτομερείς ναυτικούς χάρτες τού Πόρου και του λιμανιού του.

Ο Γάλλος αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος Ζυλιέν-Νταβίντ λε Ρουά (1754), που προσπάθησε να εντοπίσει τα ίχνη τής Αμφικτιονίας τής Καλαυρείας, αποτυπώνοντας την τοπογραφία τού υψώματος όπου βρισκόταν το ιερό.

Ο Ιρλανδός ζωγράφος και αρχαιολόγος Έντουαρντ Ντόντγουελ (1801-1806), που ανέβηκε στο οροπέδιο του ιερού και περιέγραψε το θλιβερό θέαμα των λεηλατημένων ερειπίων του, τονίζοντας παράλληλα τη μοναδική πανοραμική θέα προς τον Σαρωνικό.

Ο Άγγλος αρχαιολόγος και τοπογράφος Γουίλλιαμ Τζελλ (1804) ο οποίος σχεδίασε τον χάρτη τής περιοχής και κατέγραψε τα μονοπάτια που οδηγούσαν από το λιμάνι στο ιερό.

Ο Άγγλος επίσκοπος και λόγιος Κρίστοφερ Ουόρντσγουόρθ (1830), ο οποίος στο διάσημο έργο του “Greece: Pictorial, Descriptive, and Historical” περιέλαβε μια εξαιρετική άποψη του Πόρου με φόντο τα Μέθανα και την Τροιζήνα.

Ο Γερμανός ελληνιστής και πρώτος καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Λουδοβίκος Ρος (1833-1843), που ήταν από τους πρώτους που μελέτησαν επιστημονικά τον χώρο, αναζητώντας αρχαίες επιγραφές ανάμεσα στα διάσπαρτα μέλη τού ιερού.

Ένας Άγγλος αρχαιολόγος στο ιερό τού Ποσειδώνα

     Το 1765 έφθασε στην Ελλάδα ο Άγγλος αρχαιολόγος και περιηγητής Ρίτσαρντ Τσάντλερ ως απεσταλμένος τής περίφημης «Εταιρείας των Ντιλετάντι». Οι αρχαιολογικές αναζητήσεις του τον οδήγησαν στον Πόρο, κι ένα πρωί έφθασε καβάλα σ’ έναν γάιδαρο στο οροπέδιο όπου βρισκόταν το ιερό τού Ποσειδώνα.

Περίμενε να αντικρίσει έναν ήσυχο αρχαιολογικό χώρο, ξεχασμένο, αλλά εντυπωσιασμένος βρέθηκε μπροστά σ’ ένα ενεργό υπαίθριο λατομείο. Στο βιβλίο του Travels in Greece περιγράφει γλαφυρά ότι στο σημείο εκείνο βρήκε ντόπιους λιθοξόους, που τεμάχιζαν με μεγάλα σφυριά πώρινους λίθους και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη τού ιερού σε μικρότερα τετράγωνα κομμάτια.

Με θλίψη αναφέρει ότι ο λόγος αυτής τής καταστροφής ήταν πρακτικός. Οι εργάτες φόρτωναν τα τεμαχισμένα αρχαία μέλη σε μουλάρια και γαϊδούρια, τα κατέβαζαν στο κοντινό λιμανάκι τής Βαγιονιάς κι από εκεί τα μετέφεραν με καϊκια στην Ύδρα, όπου τα χρησιμοποιούσαν στο κτίσιμο ενός μοναστηριού.

Λόγω αυτής τής μακροχρόνιας συστηματικής λεηλασίας, ο Τσάντλερ σημειώνει ότι το ιερό είχε ισοπεδωθεί τόσο πολύ, που είχε μετατραπεί σε μια άμορφη μάζα, καθιστώντας αδύνατη την αποτύπωση της αρχικής αρχιτεκτονικής μορφής του δίχως ανασκαφή. Ακόμη, αρκετό δομικό υλικό από το ιερό μεταφέρθηκε και προς το εσωτερικό τού νησιού για να κτιστεί, το 1720, το μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής, αλλά και ιδιωτικά κτίσματα.

Ο Ρίτσαρντ Τσάντλερ ήταν ο πρώτος που έκανε εκτενή γραπτή περιγραφή τού ιερού τού Ποσειδώνα και εξέδωσε έναν μνημειώδη χάρτη τού Πόρου και του λιμανιού τής Τροιζήνας. Εκτός από τον Τσάντλερ πολλοί ήταν οι περιηγητές που σημείωσαν με θλίψη ότι οι ντόπιοι και οι κάτοικοι των γύρω νησιών μετέφεραν με καϊκια δομικό υλικό από το ιερό για να κτίσουν σπίτια και μοναστήρια.

Μια Σουηδή συγγραφέας στον Πόρο

     Έναν αιώνα μετά τον Τσάντλερ, στα τέλη τής δεκαετίας τού 1850, επισκέφθηκε την Ελλάδα μια Σουηδή συγγραφέας, η Φρεντρίκα Μπρέμερ, η οποία κατέχει τιμητική θέση στη σουηδική λογοτεχνία ως πρωτοπόρος συγγραφέας ρεαλιστικών μυθιστορημάτων. Παράλληλα είναι γνωστή ως η Σουηδή πρωτοπόρος τής γυναικείας χειραφέτησης, με αγώνες για ισότητα κι ελευθερία, που αποδεικνύονται τόσο επίκαιροι όσο και διαχρονικοί ακόμη και σήμερα.

Ανήσυχο πνεύμα από τη φύση της, η Φρεντρίκα Μπρέμερ, που γεννήθηκε το 1801 και πέθανε το 1865, κέρδισε τη φήμη της κυρίως μέσα από την ουσιαστική επικοινωνία που είχε με καταπιεσμένους λαούς τής υφηλίου. Μετά από μακροχρόνια ταξίδια στο εξωτερικό κατόρθωσε να προσεγγίσει άμεσα τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής της φωτίζοντας με τα βιβλία της τις πτυχές ενός άγνωστου ακόμη κόσμου.

Το τελευταίο ταξίδι τής Μπρέμερ άρχισε το 1856 και κράτησε πέντε χρόνια, από τα οποία τα δύο τα έζησε στην Ελλάδα. Το ταξίδι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση του τελευταίου της βιβλίου με τίτλο Η ζωή στον παλαιό κόσμο, που η ίδια το θεωρούσε ως το σημαντικότερο έργο της. Το βιβλίο αποτελείται από 1.250 σελίδες, από τις οποίες οι 500 αναφέρονται στην Ελλάδα, που την αποκαλούσε σταυροδρόμι εξευγενισμού μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Μέσα από τη χαρακτηριστική γραφή τής Μπρέμερ προβάλλει ανάγλυφη η εικόνα τής Ελλάδας των μέσων τού 19ου αιώνα, όπως και ο θαυμασμός της απέναντι στους Έλληνες, σ’ έναν λαό που πρόσφατα είχε απελευθερωθεί.

Η Φρεντρίκα Μπρέμερ επισκέφθηκε πολλές περιοχές στην Ελλάδα, ηπειρωτικές και νησιωτικές. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1860, μετά από ένα θαλάσσιο ταξίδι στις Κυκλάδες, επέστρεψε στον Πειραιά για να ξεκινήσει μετά από λίγες μέρες για τον επόμενο προορισμό της, τον Πόρο.

Στον Πόρο, στο μικρό αυτό πανέμορφο νησί δίπλα στην ανατολική ακτή τής Πελοποννήσου, φιλοξενήθηκε από ένα ζευγάρι ελληνογερμανών, που της έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσει τους ανθρώπους και τη φύση τού νησιού.

Μεταξύ άλλων πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ιερού τού Ποσειδώνα και αποφάσισε να το επισκεφθεί. Άφησε πίσω της τα σπίτια τού οικισμού, πήρε τον δρόμο ανάμεσα σε πεύκα και αγριελιές κι ανέβηκε πεζή τη μιας ώρας, περίπου, διαδρομή προς την κορυφή τού βουνού στο κέντρο τού νησιού, όπου βρίσκεται το περίφημο ιερό, εκεί όπου βρήκε τον θάνατο μια από τις ιδανικές μορφές των παιδικών της χρόνων, ο ρήτορας Δημοσθένης.

Εντυπωσιασμένη από τη θέα που παρέχει η θέση τού ιερού θαύμασε προς βορρά τη χερσόνησο των Μεθάνων και τα νησιά Αγκίστρι και Αίγινα, με τον Πειραιά και την ακτογραμμή με τα βουνά τής Αττικής στο βάθος και προς νότο τις απόκρημνες ακτές τής Πελοποννήσου με τα πυκνά δάση με τις λεμονιές τής Τροιζήνας κι ακόμη τον γυμνό βράχο τής Ύδρας στο βάθος τού ορίζοντα.

Όμως, από τον ίδιο τον ναό είχαν απομείνει μόνο ένας πεσμένος κίονας και μερικά μαρμάρινα συμπλέγματα, μετά τη διάλυση και μεταφορά των μελών του στην Ύδρα και αλλού. Σε αντίθεση με τον ναό τού Ποσειδώνα στο Σούνιο, όπου οι κίονες στέκονταν όρθιοι, εδώ, στον Πόρο ο ναός ήταν εντελώς ερειπωμένος και θαμμένος.

Και μια Δανή επισκέπτρια στον Πόρο

     Τον Αύγουστο του 1847, σε μια από τις οκτώ περιηγήσεις της στην Πελοπόννησο, στα νησιά τού Αιγαίου και στη Μικρά Ασία, επισκέφθηκε τον Πόρο με βασιλικό κότερο η Δανή Χριστιάνα Λυτ, σύζυγος του Γερμανού θεολόγου, διδάκτορα της φιλοσοφίας και προσωπικού ιερέα τής βασίλισσας Αμαλίας, Άσμους Λυτ.

Η Χριστιάνα Λυτ στις ταξιδιωτικές της εντυπώσεις από την Ελλάδα τοποθετεί λανθασμένα τον ναό τού Ποσειδώνα στη θέση της Μονής τής Ζωοδόχου Πηγής, ίσως γιατί, όπως ισχυρίζονται σχολιαστές τού έργου της, όταν επισκέφθηκε το νησί δεν ήταν γνωστή η ακριβής θέση τού ναού, αφού δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει οι ανασκαφές.

Η είσοδος του αρχαιολογικού χώρου.

Οι ανασκαφές των Σουηδών

Τον Ιούνιο του 1894, 34 χρόνια μετά την επίσκεψη της Φρεντρίκας Μπρέμερ, δύο συμπατριώτες της Σουηδοί αρχαιολόγοι αποβιβάστηκαν στο νησί. Ήταν ο Σάμιουελ Βίντε και ο Λέναρτ Κιέλμπεργκ. Οι δύο αρχαιολόγοι παρακινημένοι από τον κορυφαίο Γερμανό αρχαιολόγο Βίλχελμ Ντέρπφελντ, που τότε έσκαβε στην αρχαία Ολυμπία, ξεκίνησαν ανασκαφές στον χώρο τού ιερού. Ήταν η πρώτη επίσημη σουηδική αρχαιολογική ανασκαφή στον ελλαδικό χώρο, αν και δεν υπήρχε ακόμη Σουηδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, γι αυτό και η έρευνα πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα τού Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, διευθυντής του οποίου ήταν ο Ντέρπφελντ.

Οι δύο Σουηδοί αρχαιολόγοι Σάμιουελ Βίντε (αριστερά) και Λέναρτ Κιέλμπεργκ (δεξιά, με την αρραβωνιαστικιά του), που πρώτοι ξεκίνησαν ανασκαφές στον χώρο τού ιερού του Ποσειδώνα, το 1894.

Στη δίμηνη ανασκαφική έρευνα που ακολούθησε πήραν μέρος ειδικευμένοι εργάτες από τις γερμανικές ανασκαφές στην Ολυμπία. Ο Βίντε και ο Κιέλμπεργκ νοίκιασαν κάποια πέτρινα σπίτια, τα οποία βρίσκονται ακόμη στην περιοχή, για να στεγάσουν ξένους, αλλά και ντόπιους εργάτες τής ανασκαφής. Μάλιστα, ο μικρός αυτός οικισμός πήρε το όνομα του Σάμιουελ Βίντε και μέχρι σήμερα είναι γνωστός ως «Σαμουήλ».

Παρά την εκτεταμένη καταστροφή τού ιερού, όπως την είχε περιγράψει ο Τσάντλερ, οι πρώτες ανασκαφές των Σουηδών έφεραν κάποια ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Ανασκάφτηκε ολόκληρος ο αρχαϊκός περίβολος και εντοπίστηκαν τα θεμέλια του κυρίως ναού. Νοτιοδυτικά τού ναού οι ανασκαφές έφεραν στο φως ένα μεγάλο συγκρότημα, που αρχικά ερμηνεύτηκε ως Αγορά και περιελάμβανε τέσσερις μεγάλες στοές, ένα τραπεζοειδές κτήριο κι ένα μνημειακό πρόπυλο, κτίσματα όλα τού 6ου, του 5ου και του 4ου αιώνα π. Χ.

Ακόμη, κατά τη διενέργεια των πρώτων ανασκαφών, το 1894, οι δύο Σουηδοί αρχαιολόγοι, ανάμεσα στα χώματα και στις πέτρες, ανακάλυψαν και κινητά ευρήματα, όπως ένα εξαιρετικό χάλκινο αγαλμάτιο του Ηρακλή, που βρέθηκε θαμμένο δίπλα στα θεμέλια ενός τοίχου τής Πρώιμης Ρωμαϊκής Εποχής (1ος αιώνας π. Χ.), καθώς και μια χάλκινη κεφαλή γρύπα, ενώ το πλήθος των νομισμάτων, που χρονολογούνται από τα χρόνια τής κυριαρχίας των Μακεδόνων μέχρι τη Ρωμαϊκή εποχή, δείχνει τη μακροχρόνια λειτουργία τού ιερού ως θρησκευτικό κέντρο.

Την ίδια περίοδο εντοπίστηκε κι ένας αρχαίος τάφος στη νοτιοδυτική γωνία τού ναού, ο οποίος όμως περιείχε μόνον οστά, δίχως πολύτιμα κτερίσματα. Αυτές οι πρώτες ανασκαφές τού 1894 έδειξαν ότι στην περιοχή υπήρχαν εκτεταμένες εγκαταστάσεις κι έβαλαν τις βάσεις για να γίνει κατανοητό ότι το ιερό τού Ποσειδώνα στον Πόρο δεν ήταν απλώς ένας ναός, αλλά ένα τεράστιο θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο, έδρα τής Αμφικτιονίας τής Καλαυρείας, το οποίο διατήρησε τη σημασία του για αιώνες.

Τα αποτελέσματα των πρώτων ανασκαφών δημοσιεύθηκαν από τους Βίντε και Κιέλμπεργκ σε επιστημονικό περιοδικό το επόμενο έτος, το 1895. Παρ’ όλα αυτά, όμως, οι ανασκαφές σταμάτησαν. Είναι άγνωστο γιατί οι Σουηδοί αρχαιολόγοι δεν συνέχισαν τότε τις ανασκαφές. Ίσως λόγω τής απουσίας εντυπωσιακών ευρημάτων, όπως εκείνα τής Ολυμπίας. Ίσως, πάλι, λόγω έλλειψης χρημάτων. Όπως και να έχει όμως το πρώτο βήμα είχε γίνει.

Τα χρόνια πέρασαν. Νέες μετρήσεις έγιναν στον χώρο τού ιερού, το 1938, ενώ το 1979 πραγματοποιήθηκαν περιορισμένες αρχαιολογικές έρευνες από την ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Ώσπου, εκατό και πλέον χρόνια μετά τις πρώτες ανασκαφές, το 1997, ένας νέος κύκλος ανασκαφικής έρευνας ξεκίνησε αυτή τη φορά από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών σε συνεργασία με την αρμόδια ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Η πρώτη νέα ανασκαφική περίοδος, που κράτησε από το 1997 έως το 2005, προχώρησε με αργά βήματα λόγω έλλειψης πόρων. Οι εργασίες που έγιναν, όμως, ήταν σημαντικές. Το 2007 μια νέα φάση τού προγράμματος ξεκίνησε με νέα χρηματοδότηση και τη σύσταση μιας ομάδας ειδικών από διάφορες ειδικότητες.

Από το 2015 οι ανασκαφές εστιάζουν στην περιοχή που βρίσκεται περίπου 200 μ. νοτιοανατολικά τού ναού τού Ποσειδώνα, κοντά σε αποσπασματικά κατάλοιπα του τείχους τής πόλης και δίπλα σε ένα τεχνητό ανάχωμα υποστηριζόμενο από πελεκημένους δόμους.

Σ’ αυτόν τον χώρο, εντός τού περιβόλου, βρισκόταν ο ναός τού Ποσειδώνα. Εδώ αυτοκτόνησε ο Δημοσθένης και κάπου εδώ ήταν ο τάφος του που είδε ο Παυσανίας.

         Ιστορική αναδρομή τού χώρου τού ιερού

     Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα στον χώρο τού ιερού χρονολογείται από την Ύστερη Μυκηναϊκή εποχή, γύρω στα 1200 π. Χ., όταν μια ή δύο μικρές οικίες κτίστηκαν ακριβώς δυτικά τού μεταγενέστερου ιερού τού Ποσειδώνα. Κτισμένες την περίοδο που ο Μυκηναϊκός κόσμος κατέρρεε στην ηπειρωτική Ελλάδα, πιθανολογείται ότι οι οικίες αυτές κατασκευάστηκαν εδώ σε μια προσπάθεια διαφυγής από τα ταραχώδη γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος τής Εποχής τού Χαλκού.

Όμως μετά από μια ή δύο γενιές η περιοχή εγκαταλείφθηκε, ίσως γιατί η ηρεμία που αναζητούσαν οι κάτοικοι δεν υπήρχε ούτε εδώ. Αργότερα δημιουργήθηκε ένας οικισμός, που κάποια στιγμή κόπηκε στη μέση, για να δημιουργηθεί χώρος για το ιερό. Εξαιτίας αυτού τού γεγονότος υποστήριξαν κάποιοι ότι τα πρώτα ίχνη λατρείας στον χώρο ανάγονται στην Εποχή τού Χαλκού, αν και δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που το τεκμηριώνουν.

Μετά το τέλος τής Εποχής τού Χαλκού εντοπίστηκε στον χώρο περιορισμένο υλικό από την Πρωτογεωμετρική και την Πρώιμη Γεωμετρική περίοδο. Αντίθετα, έντονη δραστηριότητα γύρω στο 750 π. Χ. επιβεβαιώνουν πολλά θραύσματα κεραμικής τής Ύστερης Γεωμετρικής περιόδου, που βρέθηκαν σχεδόν παντού στον χώρο και υποδηλώνουν κατοίκηση. Παρόλα αυτά από την περίοδο αυτή μπορεί με σιγουριά να αναγνωριστεί μόνο ένας τοίχος με χωμάτινο δάπεδο στα νοτιοδυτικά τού ιερού.

 

Ό,τι απέμεινε από τον περίβολο του ναού τού Ποσειδώνα.

Πιθανόν ο χαρακτήρας αυτού τού πρώιμου οικισμού μεταστράφηκε με αργό ρυθμό σε ιερό χώρο από τα τέλη τού 8ου αιώνα π. Χ. Κατά την Αρχαϊκή εποχή που ακολούθησε δεν υπάρχουν ενδείξεις οικιστικής ζωής στον χώρο τού ιερού. Οι κάτοικοι της περιοχής πιθανότατα κατοικούσαν κάπου εκεί κοντά.

Τα πρώτα δείγματα μνημειακών οικοδομημάτων από το ιερό είναι κάποια κεραμίδια στέγης από άγνωστο κτήριο, που χρονολογούνται γύρω στο 650 π. Χ. Ωστόσο, άλλα κεραμίδια στέγης, πρώιμα, φανερώνουν την ύπαρξη ενός προδόμου στο Ύστερο Αρχαϊκό ιερό τού Ποσειδώνα, καθώς και την ύπαρξη ενός κτηρίου στην περιοχή τού μεταγενέστερου Πρόπυλου. Ακόμη, εντοπίστηκαν κατάλοιπα αναλημματικών τοίχων τού 7ου αιώνα π. Χ., που δείχνουν ότι τότε άλλαξε το τοπίο.

 

Ερείπια της Στοάς C.

Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι το ότι υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη Αμφικτιονίας σ’ αυτήν την πρώιμη περίοδο, στην οποία, όπως αναφέρει ο Στράβων, συμμετείχαν οι επτά πόλεις-κράτη. Κατά την Ύστερη Αρχαϊκή εποχή ανεγέρθηκε ο ναός και  ορισμένα κτήρια, όπως η Στοά D και το Πρόπυλο. Για τον ναό, που χρονολογήθηκε στα τέλη τού 6ου και στις αρχές τού 5ου αιώνα π. Χ.,    γνωρίζουμε ελάχιστα, αφού είχε σχεδόν ολοκληρωτικά συληθεί μέχρι την εποχή των πρώτων σουηδικών ανασκαφών.

Όταν ξεκίνησαν οι ανασκαφικές εργασίες, είχαν σωθεί μόνο η τάφρος θεμελίωσης και τα κεραμίδια τής στέγης τού ναού, ο οποίος ήταν δωρικός περίπτερος, διαστάσεων 14.50 Χ 27.00 μ., με 6 κίονες στην μπροστινή και 6 στην πίσω όψη του και από 12 κίονες στις πλαϊνές πλευρές του. Ήταν κατασκευασμένος κυρίως από ασβεστόλιθο του Πόρου. Γύρω από τον ναό είχε κτιστεί περίβολος, με την κύρια είσοδο στην ανατολική πλευρά και μια μικρότερη είσοδο στη νότια πλευρά.

Την ίδια εποχή κατασκευάστηκε η Στοά D με κιονοστοιχία, από την οποία σώζονται σήμερα ελάχιστα τμήματα. Στο  Κτήριο Ε, που έχει ερμηνευθεί ως το πρόπυλο του ναού και είναι καλύτερα διατηρημένο, έχουν ταυτοποιηθεί δύο δωμάτια εκτός από την είσοδο. Ενδέχεται οι χώροι αυτοί να ήταν το βουλευτήριο ή η έδρα τής Αμφικτιονίας. Ακόμη, στα δυτικά, βρέθηκαν σπόνδυλοι που ανήκαν σε αναθηματικό κίονα, που όμως δεν ανεγέρθηκε ποτέ.

Η είσοδος του περιβόλου τού ναού του Ποσειδώνα.

Κατά την Κλασική εποχή συνεχίστηκε η οικοδομική δραστηριότητα στον χώρο. Κατά μήκος τής βόρειας πλευράς τού ιερού κατασκευάστηκαν άλλες δύο στοές, οι Στοές Α και Β. Από τη Στοά Β σώζονται μόνο τα θεμέλια του πίσω τοίχου, ενώ για τη Στοά Α γνωρίζουμε περισσότερα. Αρχικά υπήρχε ένα δωρικό κτήριο με πολυγωνικούς τοίχους καλυμμένους με κόκκινο γύψο και με εσωτερική ιωνική κιονοστοιχία, το οποίο καταστράφηκε πιθανότατα γύρω στο 100 π. Χ. Αργότερα, στα ρωμαϊκά χρόνια, φιλοξένησε μια σειρά από μικρές αποθήκες με εμπορικό χαρακτήρα, γεγονός που φανερώνει ότι η περιοχή είχε οικονομική δραστηριότητα εκείνη την περίοδο.

1) Τμήμα τοίχου ύψους 1,5 μ. της τριγωνικής αυλής με τα δωμάτια, που κατασκευάστηκε στα τέλη τού 4ου αιώνα π.Χ. νότια της Στοάς D.

Τον 4ο αιώνα π. Χ. ο οικισμός στην Καλαυρεία αναφέρεται για πρώτη φορά στις πηγές ως ανεξάρτητη πόλη, η οποία, μάλιστα, εξέδωσε δικό της νόμισμα που εικονίζει στη μια πλευρά τον Ποσειδώνα και στην άλλη τον γιό του, τον Τρίτωνα, με την επιγραφή ΚΑΛ ή ΚΑ. Τότε ήταν που αυτοκτόνησε εδώ και ο Δημοσθένης, στην προσπάθειά του να διαφύγει από τους Μακεδόνες, το 322 π. Χ.

 

Μια τρίλιζα, που χαράχτηκε κατά την αρχαιότητα στη θεμελίωση της εξωτερικής κιονοστοιχίας τής Στοάς Α. Οι επισκέπτες των αρχαίων ιερών συχνά ένιωθαν την ανάγκη να αφήσουν πίσω τους μόνιμα σημάδια τής επίσκεψής τους.

Τα τέλη τού 4ου αιώνα π. Χ. είναι, επίσης, η περίοδος που εμφανίζεται μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα με την ανέγερση κτηρίων εντός, αλλά και εκτός τού ιερού. Η στοά D, στενά συνδεδεμένη με το ιερό, επεκτάθηκε προς τα νότια από το μεγάλο τραπεζοειδές κτήριο με τα τρία δωμάτια που έβλεπαν προς τη Στοά. Στη νότια πλευρά κατασκευάστηκε μια τριγωνική αυλή με δωμάτια τριγύρω. Σήμερα σώζονται τμήματα του τοίχου σε ύψος 1,5 μ.

Την ίδια χρονική περίοδο, βορειοανατολικά τής Στοάς D, κτίστηκε μια τέταρτη στοά, η Στοά C με μια εξωτερική δωρική κιονοστοιχία και μια ιωνική στο εσωτερικό της. Μια επιγραφή που βρέθηκε το 1894 δηλώνει ότι το κτήριο λειτούργησε ως αρχείο ή χρησιμοποιήθηκε για άλλους διοικητικούς σκοπούς. Αρκετά κτήρια έχουν εντοπιστεί κι έξω από το ιερό,  όπως μια μεγάλη στοά, η Στοά F, που βρισκόταν ακριβώς δυτικά τού Πρόπυλου, η οποία πιθανολογείται ότι λειτούργησε ως βουλευτήριο, λόγω των πολλών αγαλμάτων που βρέθηκαν μπροστά του.

Στην απέναντι πλευρά τού σύγχρονου δρόμου εντοπίστηκε ένα ορθογώνιο οικοδόμημα, που σχηματίστηκε από έναν υπαίθριο χώρο, στον οποίο έμπαινε κανείς από τα ανατολικά, και περιβαλλόταν από πολλά δωμάτια. Εδώ μεταξύ άλλων βρέθηκε κι ένα αγαλματίδιο του Ασκληπιού.

Υπάρχουν, επίσης, πολλά στοιχεία για κτήρια ιδιωτικής χρήσης, όπως το λεγόμενο Κτήριο Ι, ακριβώς στα νότια της Στοάς D. Πρόκειται για μεγάλο οικοδόμημα που παρέμεινε σε χρήση από την Ύστερη Κλασική εποχή μέχρι τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Η κοντινή απόστασή του από το ιερό τού Ποσειδώνα δείχνει ότι το ιερό περιβαλλόταν από την πόλη και δεν ήταν μακριά από το αστικό τοπίο.

Κατά την Ελληνιστική εποχή ανεγέρθηκαν σημαντικά αναθηματικά μνημεία, με πιο εντυπωσιακό μια μνημειακή βάση για δύο αγάλματα, του Πτολεμαίου Β΄ και της Αρσινόης Β΄, που βασίλευσαν στην Αίγυπτο κατά το πρώτο μισό τού 3ου αιώνα π. Χ. Πρόκειται για προσφορά τής πόλης Αρσινόη τής Πελοποννήσου.

H Στοά Α, νοτιοδυτικά τού ναού, που φιλοξένησε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή μια σειρά από μικρές αποθήκες με εμπορικό χαρακτήρα.

Οι πιο πρόσφατες ανασκαφές επικεντρώθηκαν στα νότια του ιερού, απέναντι από τον σύγχρονο δρόμο, όπου ο εντοπισμός αρκετών αποθηκευτικών αγγείων μεγάλης χωρητικότητας δείχνει ότι πρόκειται για δημόσιο κτήριο παρά για ιδιωτικό. Τα δε κατάλοιπα της μεταγενέστερης ελληνιστικής φάσης είναι θαμμένα κάτω από ένα παχύ στρώμα, που αποτελείται από συντρίμμια καταστροφής, που δημιουργήθηκαν σκόπιμα για να ανυψώσουν το επίπεδο του εδάφους, αφού δεν υπάρχουν εμφανή στοιχεία σφοδρής καταστροφής. Το χωμάτινο δάπεδο της επόμενης φάσης χρονολογείται στα τέλη τού 1ου αιώνα π. Χ. και στον 1ο αιώνα μ. Χ.

Βάση από ιωνικό κίονα στο εσωτερικό τής Στοάς C.

Βάση από ιωνικό κίονα στο εσωτερικό τής Στοάς C.

Μετά το 100 μ. Χ. η δραστηριότητα στο ιερό σβήνει με γρήγορους ρυθμούς. Ένα από τα τελευταία ευρήματα της αρχαιότητας στον χώρο τού ιερού είναι ένα νόμισμα, που αποδίδεται στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό. Μετά από αυτό βρέθηκε μεταγενέστερη κεραμική κι ένα νόμισμα που χρονολογείται γύρω στα 700 μ. Χ., αλλά αυτά δεν έχουν σχέση με τη λειτουργία τού ιερού. Αξιοσημείωτο είναι το ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις χριστιανικής δραστηριότητας στην περιοχή.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ο ναός τού Ποσειδώνα στον Πόρο μαζί με τον ναό τής Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα και τον ναό τού Ποσειδώνα στο Σούνιο, σχηματίζουν στον χάρτη ένα νοητό ισοσκελές τρίγωνο.

Πανοραμική άποψη προς βορρά από το ιερό τού Ποσειδώνα. Στο βάθος δεξιά διακρίνεται η Αίγινα και αριστερά η χερσόνησος των Μεθάνων με το Αγκίστρι.

     Το ιερό τού Ποσειδώνα σήμερα

Στα νεότερα χρόνια το ιερό τού Ποσειδώνα γρήγορα καταχωρήθηκε ως σημείο ειδικού ενδιαφέροντος στους ταξιδιωτικούς και τουριστικούς οδηγούς τού 20ου αιώνα, που αναφέρονται στον Πόρο. Έτσι, βρίσκουμε αρκετές πληροφορίες στον εμβληματικό ταξιδιωτικό οδηγό Ελλάς- Οδηγός Ταξιδιώτου, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις  Ελευθερουδάκη το 1926.

Σαράντα, περίπου, χρόνια αργότερα, το 1965, ένας άλλος οδηγός που κυκλοφόρησε από τον Οργανισμό Τουριστικών Εκδόσεων Ο. Ε. με τίτλο Τουριστικός Οδηγός για την Ελλάδα, αναφέρεται με περισσότερα στοιχεία στο ιερό τού Ποσειδώνα, αλλά και στον Πόρο γενικότερα.

Σήμερα ο αρχαιολογικός χώρος τού ιερού τού Ποσειδώνα, που απέχει περίπου 6 χλμ από τον γραφικό οικισμό τού Πόρου, είναι προσβάσιμος μ’ έναν ασφαλτοστρωμένο ανηφορικό δρόμο που διασχίζει ένα καταπράσινο τοπίο με αιωνόβιες ελιές και πεύκα.

Ο επισκέπτης που φθάνει εδώ δεν θα συναντήσει έναν ναό όρθιο με κίονες που κόβουν την ανάσα, όπως στο Σούνιο. Θα βρει κάτι πιο σιωπηλό: τη θεμελίωση ενός ναού, βάσεις κιόνων, ίχνη στοών και ερείπια βοηθητικών κτηρίων. Κι όμως λίγοι τόποι στην Ελλάδα έχουν τόσο βαριά ιστορία κάτω από τόσο λίγες πέτρες.

Γιατί αυτός είναι ένας τόπος που δεν εντυπωσιάζει με το μεγαλείο τού μαρμάρου, αφού τα περισσότερα από αυτά ταξίδεψαν πριν λίγους αιώνες προς την Ύδρα. Εντυπωσιάζει όμως με κάτι πιο δυσδιάκριτο: μια ησυχία που μοιάζει να σηκώνει ακόμα το βάρος εκείνης της τελευταίας στιγμής, όταν ένας σημαντικός άνθρωπος επέλεξε να πεθάνει ελεύθερος μέσα σ’ έναν κύκλο θεών, παρά να παραδοθεί ζωντανός στους εχθρούς τής πατρίδας του.

Τέλος, σ’ αυτά τα ερείπια μια έκπληξη ομορφιάς περιμένει τον προσεκτικό παρατηρητή, που επισκέπτεται τον χώρο το φθινόπωρο. Μια υπέροχη εικόνα με κάθε σμιλεμένη πέτρα τού ιερού που ακουμπά στο χώμα να περιβάλλεται από πολλά πανέμορφα κυκλάμινα, σαν ένας προστατευτικός κλοιός τής φύσης προς ό,τι απέμεινε από το θαυμάσιο ιερό τού θεού των θαλασσών, που προστάτευε τους κατατρεγμένους.

Όσο για τους δύο πρωτοπόρους Σουηδούς αρχαιολόγους, τον Σάμιουελ Βίντε και τον Λέναρτ Kιέλμπεργκ, δύο γραφικά δρομάκια στο κέντρο τού οικισμού τού Πόρου φέρουν τιμητικά τα ονόματά τους.

Σήμερα, ένας ανηφορικός δρόμος με κλίμακα στο κέντρο τού οικισμού τού Πόρου φέρει τιμητικά το όνομα του Σουηδού αρχαιολόγου Σάμιουελ Βίντε.

Η οδοσήμανση με το όνομα του Σάμιουελ Βίντε.


*Ο Μάκης Εξαρχόπουλος είναι Δημοσιογράφος-Ερευνητής.

  Βιβλιογραφία

-Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Δημοσθένης-Κικέρων

-Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίο Β΄, 33

-Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο 8

-Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, Καλαύρεια, Πόρος (1894 και 1997 – εν εξελίξει), www.sia.gr

-Yπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Ιερό Ποσειδώνος στην Καλαυρεία Πόρου,   www.odysseus.culture.gr

-Χένρι Μίλερ, Ο Κολοσσός τού Μαρουσιού και πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ,

Αθήνα 2014

-Στούρε Λιννέρ, Μια Σουηδέζα στην Ελλάδα τού 19ου αιώνα, ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ Εκδόσεις: Άγγελος

Σιδεράτος, 1997

-Χριστιάνα Λυτ, Αρμενίζοντας, πέντε ταξίδια στο Αιγαίο 1845 – 1851, ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 1999

-Κώστας Ελευθερουδάκης, ΕΛΛΑΣ (Οδηγός Ταξιδιώτου ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ), 2η έκδοση, 1930

Τουριστικός Οδηγός για την Ελλάδα, Οργανισμός Τουριστικών Εκδόσεων Ο.Ε., Αθήναι 1965

-www.poros.com.gr, Ο Ναός τού Ποσειδώνα – Πόρος