Παρέμβαση Αλέξη Χαρίτση για τη νέα έμφυλη βία στην Καλαμάτα – Επιτακτική ανάγκη η νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία»

Με αφορμή τους πυροβολισμούς που δέχθηκε 25χρονη από τον πρώην σύντροφό της στην Καλαμάτα, ο Πρόεδρος της Νέας Αριστεράς εξαπολύει δριμεία κριτική στην κυβέρνηση για την άρνηση θεσμοθέτησης του όρου «γυναικοκτονία».

FARENEWS.GR: ΠΟΛΙΤΙΚΗ / ΜΕΣΣΗΝΙΑ

Δριμεία παρέμβαση για τα συνεχόμενα περιστατικά έμφυλης βίας, με αφορμή τη σοκαριστική απόπειρα εις βάρος 25χρονης γυναίκας στην Καλαμάτα, πραγματοποίησε ο Πρόεδρος της Νέας Αριστεράς και Βουλευτής Μεσσηνίας, Αλέξης Χαρίτσης.

Ο κ. Χαρίτσης αναφέρθηκε στις δραματικές στιγμές που έζησε η νεαρή γυναίκα στην πόλη της Καλαμάτας, όταν δέχθηκε πυροβολισμούς από τον πρώην σύντροφό της αφού προηγουμένως άκουσε τη φράση «η ζωή σου είναι λίγη». Παράλληλα, υπενθύμισε πως η μεσσηνιακή πρωτεύουσα έχει θρηνήσει πρόσφατα άλλη μια γυναίκα, ενώ λίγες ημέρες πριν σημειώθηκε μία ακόμη γυναικοκτονία στην Ηγουμενίτσα.

«Το κράτος αρνείται να δει το πατριαρχικό μοτίβο»

Στην τοποθέτησή του, ο Αλέξης Χαρίτσης επέκρινε τη στάση της κυβέρνησης να αντιμετωπίζει κάθε γυναικοκτονία απλώς ως ένα ακόμα «έγκλημα κατά της ζωής», αρνούμενη τη νομική αναγνώριση του όρου:

«Η έμφυλη βία έχει συγκεκριμένο υπόβαθρο: την αξίωση ελέγχου πάνω στη ζωή μιας γυναίκας, την άρνηση του δικαιώματός της να επιλέγει, να απομακρύνεται, να έχει οικονομική αυτονομία, να λέει όχι. Ακολουθεί ένα επαναλαμβανόμενο —βαθιά πατριαρχικό— μοτίβο: από τον έλεγχο και την απειλή στην κακοποίηση και, στην ακραία του κατάληξη, στη γυναικοκτονία. Γι’ αυτό η αναγνώριση της γυναικοκτονίας έχει σημασία. Κατονομάζει όχι μόνο το έγκλημα, αλλά και τη βία που προηγείται.»

«Η ευθύνη ανήκει στο κράτος, όχι στις γυναίκες»

Ο Πρόεδρος της Νέας Αριστεράς τόνισε πως πρέπει να σταματήσει η μεταφορά του βάρους στις ίδιες τις γυναίκες, σημειώνοντας ότι η βία συχνά κλιμακώνεται ακριβώς τη στιγμή που η γυναίκα αποφασίζει να απομακρυνθεί.

Όπως υπογράμμισε, η ευθύνη προστασίας ανήκει αποκλειστικά στο κράτος, την αστυνομία και τις κοινωνικές υπηρεσίες, οι οποίες οφείλουν να αναγνωρίζουν έγκαιρα τον κίνδυνο και να ελέγχουν αυστηρά την τήρηση των περιοριστικών μέτρων. Ζήτησε παράλληλα τη δημιουργία δημόσιων δομών, παροχή ασφαλούς στέγης, δωρεάν νομικής και ψυχοκοινωνικής στήριξης, καθώς και εξασφάλιση εργασίας και εισοδήματος για την οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών.

«Όταν το κράτος γνωρίζει ότι μια γυναίκα κινδυνεύει, δεν μπορεί να είναι θεατής. Όταν αποτυγχάνει να την προστατεύσει, πρέπει να λογοδοτεί. Γιατί η ζωή καμιάς γυναίκας δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν ο δράστης θα αστοχήσει», κατέληξε στη δήλωσή του.